Sylvia Plath | Ποιήματα

ΚΟΛΟΣΣΟΣ

 

Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,

Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.

Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα

Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..

Είναι χειρότερα κι από σταύλο.

 

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,

Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.

Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ

Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.

Δεν έγινα σοφότερη.

 

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη

Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί

Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου

Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου

Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

 

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια

Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου

Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαική Αρένα.

Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυππαρίσια.

Τα διαμπερή σου κόκκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα

 

Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.

Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού

Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.

Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας

Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

 

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.

Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.

Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.

Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας

Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΡΑΚΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

 

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά

Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας

Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.

Δεν αναμένω ένα θαύμα

Ή ένα ατύχημα

 

Να πυροδοτήσουν την όραση

Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω

Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,

Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,

Χωρίς τελετή, ή οιωνό.

 

Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,

Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,

Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:

Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα

Να ξεπηδήσει λευκόπυρο

 

Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα

Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε

Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–

Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα

Αλλιώς ασυνεπές

 

Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,

Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ

Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη

Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας

 

Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει

Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας

Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει

Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει

 

Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο

Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη ,

Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή

Της κόπωσης,

Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,

 

Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,

Αν σ` αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά

Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,

Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,

Γι` αυτή τη σπάνια , τυχαία κάθοδο.

 

 

 

 

AYΠΝΟΣ

 

 

Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,

Μπλε – μαύρο , με τις πυκνοσημαδεμένες περιοχές των αστεριών

Που αφήνουν το φως να περνά, από τρύπα σε τρύπα–

Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.

Κάτω απ` τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι

Υπομένει την έρημο του προσκεφαλιού του, η αυπνία

Απλώνει την λεπτή , ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις

 

Ξανά και ξανά , η παλιά , κοκκώδης ταινία

Προβάλλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες

Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,

Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά εδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,

Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν κλάμμα.

Το μέτωπό του ανώμαλο σαν τσουβάλι με πέτρες.

Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνια σαν ξεπερασμένοι σταρ του σινεμά

 

Έχει πια ανοσία στα χάπια : κόκκινα , μωβ, μπλε-

Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απογεύματος που δε λέει να περάσει!

Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που η επίδρασή τους κέρδισε γι` αυτόν

Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,

Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.

Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασσικοί θεοί.

Τα χαζά νυσταλέα τους χρώματα δεν τον ωφελούν.

 

Το κεφάλι του είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.

Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκκάκι

Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του

Στραγγίζεται σα νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.

Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξεσκέπαστο δωμάτιο,

Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες

Στο ακατάπαυστο ασταποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.

 

Οληνυχτίς, στην γρανιτένια αυλή , αόρατες γάτες

Ούρλιαζαν σαν γυναίκες , ή σαν κατεστραμένα όργανα.

Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας , τη λευκή του αρρώστια,

Να ξεπροβάλλει έρποντας μ` ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.

Η πόλη είναι ένας χάρτης με χαρούμενους σφυριχτές τώρα,

Και παντού άνθρωποι , με τα μάτια τους διάφανα –ασημί και άδεια,

Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά , λες κι έχουν πρόσφατα υποστεί πλύση εγκεφάλου.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ

 

Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.

Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,

Αν και, όπως μια πέτρα , αυτό δεν μ` ενοχλούσε,

Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια

Δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—

Ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου

Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,

Κατανόησης της κυανότητας , ή των αστεριών

 

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα : ένα φίδι

Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος

Στον λευκό υατό του χειμώνα—

Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ

Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα

Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λειώσουν

Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,

Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,

Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.

Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

 

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.

Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας

Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη

Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν

Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.

Δεν ήξερα τι να υποθέσω.

Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα

Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου , σαν υγρό

Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.

Δεν ξεγελάστηκα .Σε γνώρισα αμέσως.

 

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.

Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.

Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:

Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο , ένα πόδι.

Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.

Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας

Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου

Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.

 

 

 

ΜΑΙΝΑΔΑ

 

Κάποτε ήμουν συνηθισμένη:

Δίπλα στη φασολιά του πατέρα μου καθόμουν

Τρώγοντας τα δάχτυλα της σοφίας

Τα πουλιά κατέβαζαν γάλα.

Όταν βροντούσε κρυβόμουν κάτω από μια πέτρα επίπεδη..

 

Η μάνα των στομάτων δε μ` αγάπησε.

Ο γέρος συρρικνώθηκε ώσπου έγινε μια κούκλα.

Ω, είμαι πια μεγάλη δεν γίνεται να πάω πίσω:

Των πουλιών το γάλα είναι πούπουλα,

Τα φύλλα της φασολιάς  μουγκά σαν χέρια.

 

Λίγα έχει να κάνεις αυτό το μήνα.

Οι νεκροί ωριμάζουν μέσα στ` αμπελόφυλλα.

Μια κόκκινη γλώσσα υπάρχει ανάμεσά μας.

Μητέρα, κρατήσου έξω απ` την αυλή μου,

Γίνομαι κάποιος άλλος.

 

Σκυλίσια μορφή, μακελάρη:

Τάισέ με τα μούρα του σκότους.

Τα βλέφαρα δε λένε να κλείσουν. Ο χρόνος

Ξετυλίγει την ατέλειωτη λάμψη του  από τον

Μεγαλόπρεπο ομφαλό του ήλιου.

 

Πρέπει να την καταπιώ όλη.

 

Κυρά, ποιοί είναι αυτοί οι άλλοι μέσα στου φεγγαριού την δεξαμενή–

Σε μεθυσμένη νάρκη , τα μέλη τους σε συμπλοκή;

Μαύρο είναι το αίμα κάτω από αυτό το φως..

Πες μου τ` όνομά μου.

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ

 

Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερόκλαδα.

Μια λόχμη απο σκιές είναι φτωχό πανωφόρι. Κατοικώ

Το κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου, ένα κορμί κούκλας.

Η νόσος ξεκινά εδώ: είμαι ένας χάρτινος στόχος για μάγισσες.

Μόνον ο διάβολος μπορεί να νικήσει το διάβολο.

Στον μήνα των κόκκινων φύλλων, εγώ ανεβαίνω σε μια κλίνη από φωτιά.

 

Είναι εύκολο να κατηγορήσεις το σκοτάδι: το στόμα μιας πόρτας,

Την κοιλιά του κελαριού. Έσβησαν το πυροτέχνημά  μου.

Μια μαυροντυμένη κυρία με κρατά σ` ένα κλουβί για παπαγάλους.

Τι μεγάλα μάτια που έχουν οι νεκροί !

Έχω στενές σχέσεις  μ` ένα μαλλιαρό πνεύμα.

Καπνός περιστρέφεται από το ράμφος αυτού του άδειου λαγηνιού.

 

Αν μείνω μικρή, δεν θα προξενήσω καμμιά βλάβη.

Αν μείνω ακίνητη, δεν θ` ανατρέψω τίποτα. Έτσι είπα,

Καθισμένη κάτω απ` το καπάκι, μικροσκοπική και αδρανής σαν κόκκος ρυζιού.

Ανάβουν τα μάτια της κουζίνας, ένα , ένα.

Είμαστε γεμάτοι άμυλο, οι μικροί λευκοί μου σύντροφοι. Μεγαλώνουμε.

Πονάει στην αρχή. Οι κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.

 

Μητέρα των σκαθαριών, μόνο χαλάρωσε του χεριού σου το σφίξιμο:

Θα πετάξω μέσα απ` το στόμα του κεριού σαν άκαυστη πεταλούδα της νύχτας.

Δώσε πίσω τη μορφή μου. Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις ημέρες

Που ζευγάρωσα με τη σκόνη στη σκιά μιας πέτρας.

Οι αστράγαλοί μου φωτίζονται. Λάμψη ανέρχεται στους μηρούς μου.

Είμαι χαμένη, χαμένη, μέσα στις εσθήτες  τέτοιου φωτός.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

 

Οι ορίζοντες με περικυκλώνουν σαν δεμάτια,

Γερμένα κι ανόμοια, και πάντα ασταθή.

Αν τ` αγγίξει ένα σπίρτο, ίσως με ζεστάνουν,

Και οι ακριβείς γραμμές τους καψαλίσουν τον αέρα

Ώσπου να βαφτεί πορτοκαλής

Προτού τα βάθη που κεντρίζουν εξατμισθούν,

Επιβαρύνοντας τον χλωμό ουρανό μ` ένα πιο συμπαγές χρώμα..

Μα το μόνο που κάνουν είναι να διαλύονται ολοένα

Σαν σειρά από υποσχέσεις , καθώς βαδίζω προς τα μπρος.

 

Δεν υπάρχει ζωή ψηλότερα απ` τις κορυφές της χλόης

Ή τις καρδιές των προβάτων, και ο αέρας

Ξεχύνεται σαν πεπρωμένο, λυγίζοντας

Τα πάντα προς μια κατεύθυνση.

Τον νιώθω να προσπαθεί

Να σκορπίσει τη θέρμη μου.

Αν παρατηρήσω για πολύ τις ρίζες απ` τα ρείκια,

Θα με προσκαλέσουν

Να λευκάνω τα κόκκαλά μου ανάμεσά τους.

 

Τα πρόβατα γνωρίζουν που βρίσκονται,

Βόσκωντας μέσα στα βρώμικα μάλλινα σύννεφά τους,

Γκρίζα σαν τον καιρό.

Οι μαύρες σχισμές των βολβών τους με ρουφούν.

Σα να με ταχυδρομούν στο διάστημα,

Ένα αδύναμο, ανόητο μύνημα.

Στέκονται ένα γύρω μεταμφιεσμένα σε γιαγιάδες,

Όλο ψεύτικες μπούκλες και κίτρινα δόντια

 

Φτάνω σε αυλακιές και σε νερό

Τόσο διαυγές όσο και η μοναξιά

Που σκορπίζεται μές απ` τα δάχτυλά μου.

Άδεια κατώφλια πηγαίνουν από χλόη σε χλόη~

Κούφωμα και περβάζι ξεμανταλώθηκαν μόνα τους.

Απ` τους ανθρώπους ο αέρας θυμάται μόνο

Μερικές παράξενες συλλαβές.

Τις προβάρει θρηνητικά:

Μαύρη πέτρα, μαύρη πέτρα.

 

 

Ο ουρανός στηρίζεται σε μένα, σε μένα τον μόνο

Όρθιο ανάμεσα σ` όλα τα οριζόντια.

Το γρασίδι κοπανάει το κεφάλι του σαστισμένα.

Είναι πολύ ευπαθές

Για μια ζωή με τέτοια συντροφιά~

Το σκοτάδι το τρομοκρατεί.

Τώρα, σε κοιλάδες στενές

Και μαύρες σαν πορτοφόλια, τα φώτα των σπιτιών

Λάμπουν σα δεκάρες.

 

 

 

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

 

Είμαι ασημένιος και ακριβής.

Δεν έχω προκαταλείψεις.

Ότι κι αν δω το καταπίνω αυτομάτως,

Ακριβώς όπως είναι,

Αθάμπωτο από αγάπη ή απαρέσκεια.

Δεν είμαι σκληρός μόνο ειλικρινής.

Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνισμένο.

Τον περισσότερο καιρό αυτοσυγκεντρώνομαι στον απέναντι στον απέναντι τοίχο.

Είναι ροζ με στίγματα.

Τον έχω κοιτάξει για τόσο πολύ

Που νομίζω πως είναι μέρος της καρδιάς μου.

Αλλά τρεμοσβήνει.

Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν ξανά και ξανά.

 

Τώρα είμαι μια λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει από πάνω μου,

Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου για το ποιά είναι στ`αλήθεια.

Έπειτα γυρνά σ`αυτούς τους ψεύτες,

Τα κεριά ή το φεγγάρι.

Βλέπω την ράχη της και την καθρεφτίζω πιστά.

Με ανταμείβει με δάκρυα

Κι ένα αγωνιώδες σφίξιμο των χεριών.

 

Είμαι σημαντικός για εκείνη.

Έρχεται και φεύγει.

Κάθε πρωί είναι το πρόσωπό της που αντικαθιστά το σκοτάδι.

Μέσα μου έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι

Και από μέσα μου

Μια γριά γυναίκα

Αναδύεται προς το μέρος της μέρα με τη μέρα,

Σαν τρομερό ψάρι.

 

 

 

 

 

 

ΑΠΟΚΡΥΦΟ

 

 

Ο αέρας είναι ένας μύλος από αγκίστρια—

Ερωτήσεις χωρίς απάντηση,

Λαμπερές και μεθυσμένες σα μύγες

Που του φιλιού τους το κεντρί είναι αβάσταχτο

Μέσα στις δυσώδεις μήτρες του μαύρου αγέρα κάτω απ` τα πεύκα το καλοκαίρι.

 

Θυμάμαι

Τη νεκρή μυρωδιά του ήλιου στις ξύλινες καμπίνες ,

Την ακαμψία των ιστίων , τα μακριά αλατισμένα σάβανα.

Αν έχεις αντικρίσει μια φορά το Θεό , ποια είναι η γιατρειά;

Αν έχεις μια φορά  κατακτηθεί

 

Χωρίς να μείνει ούτ` ένα κομμάτι,

Ούτε καν ένα δάχτυλο , και αναλωθεί,

Αναλωθεί απόλυτα, στην πυρκαγιά του ήλιου,

Μέσα στο φως από βιτρώ  αρχαίων καθεδρικών

Ποια είναι η γιατρειά;

 

Η όστια της μετάληψης;

Το βάδισμα πλάι σε ακύμαντα νερά; Η μνήμη ;

Ή να διακρίνεις τα λαμπρά ίχνη

Του Χριστού στα πρόσωπα των τρωκτικών,

Των δειλών λουλουδοφάγων, εκείνων

 

Που έχουν τόσο ταπεινές ελπίδες, ώστε αισθάνονται άνετα-

Καμπουριασμένη στο παστρικό σπιτάκι της

Κάτω από τις ακτίνες  της αγράμπελης.

Άραγε δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, μόνο τρυφερότητα;

Θυμάται η θάλασσα

 

Εκείνον που βάδισε πάνω της ;

Το νόημα διαρρέει από τα μόρια .

Οι καμινάδες της πόλης αναπνέουν, το παράθυρο ιδρώνει,

Τα παιδιά  σκιρτούν στα κρεββάτια τους.

Ο ήλιος ανθίζει , είναι ένα γεράνι.

 

Η καρδιά δεν έχει σταματήσει.

 

 

Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Κέδρος 2003

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: