Robert Hass | Ποιήματα

Ο ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΣ ΑΜΝΟΣ

Λοιπόν, είπε ο Ντειβιντ, – έξω χιόνιζε κι η φωνή του περιείχε ποικίλες αποχρώσεις θυμού, αηδίας και πληγωμένου αισθήματος του δικαίου, πρόκειται περί τρέλλας. Δεν θα γίνω πρόβατο επί σφαγή.

Μερικές φορές στην Ελλάδα μου έλεγε μια φίλη, όταν περπατούσε στο δρόμο ψηλά πάνω από τη θάλασσα επιστρέφοντας από το χωριό στο σπίτι της μες στο σκοτάδι και ο ουρανός έμοιαζε απέραντος, το φεγγάρι τρομερά φωτεινό, αναρωτιόταν αν θα άξιζε τον κόπο να αφιερώσει κάπου τη ζωή της.

Και είναι κι αυτή η φτωχή δαμάλα στο ποίημα του Κητς, καταστόλιστη με κορδέλλες και λουλούδια, χωρίς τρόμο στα μάτια, ούτε βλέννες να τρέχουν απ’τη μουσούδα ανεξέλεγχτα, αφού δεν καταλάβαινε τι είδους γιορτή ήταν αυτή.

Και μετά από χρόνια, αφού ο Ντέιβιντ εγκατέλειψε την ακαδημαική ζωή, αγόρασε ένα ράντσο στο Κεντάκι κοντά σε μια πόλη με το όνομα  Πλέζουρβιλ, και άρχισε να εκτρέφει πρόβατα.

Όταν τον επισκεφθήκαμε εκείνο το καλοκαίρι με τις νύχτες στριγγές από τους ήχους των γρύλλων και την επίμονη ζέστη, ανταλλάσσαμε ιστορίες μετά το δέιπνο και μας διηγήθηκε ξανά την ιστορία για εκείνη την πρώτη του θέση διδασκαλίας και τον αντιπρόεδρο.

Όταν αγόρασε το ράντσο, συνέχισε τις συνδρομές στην Guardian και τo Worker’s Vanguard τα οποία στοιβάζονταν σε μια γωνιά αδιάβαστα. Τώρα έπρεπε να ξεπληρώσει την υποθήκη. Δεν είχε ιδέα από εκτροφή ζώων προς σφαγή κι έτσι διάβαζε το American Sheepman με προσήλωση πολύ πιο έντονη από αυτή που είχε ποτέ αφιερώσει στη μελέτη  της πολιτικής θεωρίας για τα προφορικά του διδακτορικού του.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ αφού συμπλήρωσε τη θητεία του για ένα εξάμηνο στο πολιτικό γραφείο δέχτηκε μια θέση λέκτορα πολιτικής επιστήμης σ’ένα μικρό κολλέγιο στη γενέθλια πόλη του, όπου ο Ντέιβιντ είχε μόλις αναλάβει την πρώτη του
δουλειά. Ο κοσμήτορας ξενάγησε τον Χούμπερτ Χάμφρει και του σύστησε το προσωπικό. Όταν έφτασαν στο γραφείο του Ντέιβιντ ο αντιπρόεδρος ακριβά ντυμένος, απέραντα εγκάρδιος, άπλωσε το χέρι και ο Ντέιβιντ δεν μπορεσε να το σφίξει στο δικό του γιατί πίστευε πως ο τύπος ήταν εγκληματίας πολέμου κι επειδή δεν ήξερε πώς να αποφύγει την αμηχανία που προκάλεσε, του το είπε, και αυτό ήταν η αφορμή για να χάσει τη δουλειά του στο κολλέγιο.

Αλλά γι’αυτό ήταν υπεύθυνος ο κοσμήτορας. Ο αντιπρόεδρος έβαλε τα κλάμματα. Είχε το πληγωμένο βλέμμα, είπε ο Ντέιβιντ, ενός σκύλου με μακριά και ακηλίδωτη προιστορία πίστης και αγάπης, που τον έχεις μόλις κλωτσήσει,  αυτός που είχε δημόσια υποστηρίξει, είχε επικροτήσει, τους τρομοκρατικού χαρακτήρα βομβαρδισμούς σε χωριά με άμαχους χωρικούς. Του Ντέιβιντ του φάνηκε ασύλληπτα κούφιος από εσωτερική ζωή αφού μπορούσε να αισθάνεται πληγωμένος παρά προσβεβλημένος από εκείνο τον άγουρο νέο που προέβη σ’αυτή την αλλαζονική διδακτική χειρονομία μπροστά σε δυο άντρες που είχαν την ηλικία του πατέρα του. Ο Ντέιβιντ είπε πως ποτέ του δεν του είχε τύχει να κοιτάξει ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα με τέτοια παγωμένη και αποστασιοποιημένη απορία και ότι δεν του άρεσε η αίσθηση.

Κι έτσι μέσα στην ψηλοτάβανη κουζίνα, μέσα στους διαπεραστικούς ήχους των γρύλλων και την ποτισμένη από τη μυρωδιά του τριφυλλιού ατμόσφαιρα, θυμηθήκαμε τον Βικ Ντιόνο στο Μπάφαλο μέσα στο χιόνι, εκείνες τις μέρες όταν ο πόλεμος συνεχιζόταν ακατάπαυστα σαν εφιάλτης που δεν τέλειωνε ούτε στο ξύπνημα.

Ο Βικ είχε έρθει στη δουλειά αναψοκοκκινισμένος από τον ενθουσιασμό εξαιτείας μιας ιδέας που του κατέβηκε μέσα στη νύχτα. Είχε ανακαλύψει πώς θα σταματούσε τον πόλεμο. Ήταν ένα απλό σχέδιο. Όλοι στη χώρα-στον κόσμο, σίγουρα πολλοί Σουηδοί και Άγγλοι φοιτητές θα συμφωνούσαν-που ήταν αντίθετοι στον πόλεμο θα έπρεπε απλά να κόψουν το μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού και να το στείλουν στον πρόεδρο. Φανταστείτε το! Θα έφταναν αραιά στην αρχή, ενέργειες λιγοστών παρανοικών, αλλά τα νέα θα ξέσπαγαν στις εφημερίδες και την άλλη μέρα θα έφταναν λίγα ακόμα. Και την επόμενη κι άλλα. Και την τέταρτη μέρα θα ήταν χιλλιάδες. Και την Πέμπτη μέρα θα στήνονταν κλινικές-οργανωμένες από φοιτητές ιατρικής στο Μάντισον, το Σαν Φρανσίσκο, τη Στοκχόλμη, το Παρίσι- για να εκτελέσουν την χειρουργική επέμβαση με ασφάλεια και σε μαζική κλίμακα. Και την έκτη μέρα ο πόλεμος θα τελείωνε. Θα τελείωνε. Τα ελικόπτερα στη Bienhoa θα καθηλώνονταν στα αεροδρόμια, σιωπηλά σαν σμήνη πειθαρχημένων κουνουπιών. Οι χωρικοί, ανήσυχοι και περίεργοι γιατί οι χωρικοί είναι πάντα ανήσυχοι και περίεργοι, θα κοίταζαν ψηλά με απορία στον απροσδόκητα γαλήνιο γαλάζιο ουρανό που τον παράσερναν μικρά άσπρα σύννεφα. Και χρόνια αργότερα θα αναγνωρίζαμε ο ένας τον άλλο από αυτά τα απωλεσθέντα δάχτυλα. Ένας ηλικιωμένος Ιάπωνας επιχειρηματίας μείον ένα μικρό δάχτυλο στο αριστερό του χέρι θα παρατηρήσει το παρομοίως ακρωτηριασμένο χέρι του ταξιτζή του στο Σικάγο και θα ανταλλάξουν ένα φευγαλέο βλέμμα άρρητης συντροφικότητας.

Και θα συνέβαινε. Το μόνο που έπρεπε να κάνουμε για να συμβεί- είπε ο Βικ, ενώ το νερό στην τσαγιέρα σφύριξε πάνω στο ηλεκτρικό μάτι στο παγωμένο γραφείο του Ντέιβιντ και το χιόνι έπεφτε παχύ σα βαμβάκι, ήταν να κόψουμε τα μικρά μας δάχτυλα τώρα αμέσως, να τα πάμε κάτω στην γραμματέα του τμήματος και να της πούμε να τα ταχυδρομήσει.

“Human Wishes”, 1989

 

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ SQUAW

Ούτε και ξέρω ποια θλίψη
αναμοχλεύτηκε μέσα μου
καθώς κατεβαίναμε τον δρόμο προς τη λίμνη Σίρλευ,
ο ήλιος να λαμπει στα απομεινάρια του χιονιού,
ο ουρανός τόσο γαλάζιος που έμοιαζε με το περιστέρι της επιφοίτησης
μιας γαλάζιας πεντηκοστής,
η μιμόζα, κίτρινη, με διάφανα πέταλα,
και οι χλωμοκίτρινες αγριοτριανταφυλλιές να τρέμουν μέσα στην υγρή
ατμόσφαιρα πάνω από το ρυάκι,–
και λιβάδια με λούπινο,
εκείνη η γαλάζια ακτινοβολία των λούπινων, μια  στιλπνή ανταύγεια
να την διασχίζει σαν πινελιά, και τόσα πολλά, απέραντα λιβάδια
που χύνονταν λες απ’τις βουνοπλαγιές προς τη λίμνη
παρασυρμένα από τον αέρα. Μάλλον θα σκεφτόμουν
τα συνηθισμένα: πως η περίοδος ανθοφορίας
σ’αυτά τα ορεινά λιβάδια είναι τόσο σύντομη, πως
το συναίσθημα, κάτι σαν ευθυμία, μια ξαφνική
ευδαιμονία όταν πρωτοσυναντάς κάποιο γενναίο μικρό φυτό
που ήξερες πως θα είναι εκεί γιατί μοιάζει —με το κάποιο εννοώ
τον καπουτσίνο ή την καμπανούλα να.ξεπροβάλλει ελικοειδώς
τεντώνοντας την σεξουαλική του ύπαρξη
μέσα από μια ρωγμή στο γρανίτη—να λέει
πως η ανθρώπινη πείνα βρίσκει εδώ πάνω μια φωλιά μέσα στον φωτεινό καθεδρικό
του εκθαμβωτικού αέρα. Ήθελα να σου πω
πως όταν πέθανε το παιδί-φάντασμα, ο τριών μηνών ονειροπόλος
που εκείνη κι εγώ δε θα γνωρίζαμε ποτέ, δεν μπορούσα παρά να φαντάζομαι
πως ο παράδεισος που πήγε ήταν σαν το εσωτερικό μιας βιτρίνας
μια μέρα βροχερή από την οποία κοιτάς τις θολές μορφές
που περνούν στο δρόμο. Ή να σου πω, ακόμα πιο φρικτό,
πως όταν προσπαθούσαμε εκείνη κι εγώ περπατώντας να εκτονώσουμε
τη δυστυχία που μας τριβέλιζε μετά το συμβάν, στους λόφους του Coast Range,
είδαμε μέσα από τις συστάδες να ξεπροβάλλει δειλά
ένα κατάλευκο ελάφι. Ήθελα να σου πω ότι ήξερα
πως ήταν μια πανέμορφη ανωμαλία όπως ο νόμος των πιθανοτήτων
που σκότωσε το παιδί μας και μας έμαθε, όπως είχες πει,
πως τα πράγματα μεταξύ εραστών, ακόμα και σε δοκιμασμένη σχέση αφοσίωσης, μπορούν να κακοφορμίσουν μέσα στο σώμα τους, αν και η επιθυμία μένει ζωντανή. Αργότερα στην ακρογιαλιά, κοιτούσαμε τα κύματα.
Κανένα δεν είχε το ίδιο μέγεθος. Κανένα την ίδια καμπύλη
που ανασηκώνεται και πέφτει. Αλλά ο νόμος είναι ο ίδιος.
Ξεφλουδίζεις ένα φασόλι και υπάρχουν τρεις γεροί καρποί κι ένας
μαραζωμένος. Ξεφλουδίζεις μια φασολιά ολόκληρη κι αρχίζεις
να αισθάνεσαι το ρυθμό των κυμάτων στο Limantour,
να λαμποκοπούν, να κυνηγιούνται, αυτό το τελευταίο φωτεινό απομεσήμερο του Οκτώβρη.
Σκότωσε κάτι μέσα μου, σκέφτηκα, ή το πάγωσε,
ότι στάθηκε δυνατόν να δω από που προέρχεται η ομορφιά. Φανταζόμουν
για πολύ καιρό ότι το μωρό, αφού σίγουρα
θα του άρεσε να μυρίζει τα ρούχα μας για να μάθει
τι θα ήταν ένας μπαμπάς και μια μαμά,
φτεροκοπούσε μερικές φορές μέσα στη ντουλάπα και σχεδόν περίμενα
να το δω εκεί μέσα, μισο ψαρίσιο πνεύμα μορφή τρυφερή,
νεκρό μικρό που ονειρεύεται με ανοιχτά μάτια. Αυτή ήταν
οδύνη ιδιωτική. Προσπάθησα να μη μισήσω τη ζωή μου,
να μην φοβάμαι τα δεδομένα της. Ήξερα τι δεν μπορούσαν να ομολογήσουν
δυο άνθρωποι,
ένα κρύο πρωινό του Νοεμβρίου μες την ομίχλη—
θυμάσαι την αίσθηση του Berkeley τα πρωινά του χειμώνα—
αυτό που δεν μπορούσαν να πουν ο ένας στον άλλο
ήταν το λευκό ελάφι ανείδωτο. Για μένα σήμαινε
πως η ομορφιά και η φρίκη ήταν τόσο σφιχτοπλεγμένα
και πήγαιναν τόσο βαθιά που οποιοδήποτε είδος αγάπης
μπορεί να καταλυθεί. Δεν το είπα. Νομίζω πως το βουνό ξάφνιασε
τη μικρή μου θλίψη. Ίσως δεν υπήρχε αρκετός χρόνος.
Ίσως έπρεπε να βιαστούμε να προλάβουμε το τραμ
γιατί έπρεπε να διδάξουμε ποίηση
στην κοιλάδα δυό χιλλιάδες πόδια κάτω.
Έτρεχες—μάνα του Στίβεν, ερωμένη του Μάικλ,
μάνα και ερωμένη, πενθώντας για ένα κορίτσι
έτοιμο να πάει σχολείο που πέθανε τώρα πια για σένα
(πέθανε μέσα σε σένα ή απλά σου γύρισε την πλάτη)—
και τρέχεις σαν γαζέλα,
με μαβιά εσώρουχα, βασιλικό μενεξεδί,
κι εγώ γελάω δυνατά. Ήταν η πλησμονή
που ο κόσμος παραχωρεί, αυτό το- περισσότερο- από- όσο- είχες- ποτέ- ελπίσει
που σε ξαφνιάζει, με τα κύματα να σκάνε,
η απρόσμενη μυρωδιά της μιμόζας στη ρεματιά,
ακονισμένη από τη σκόνη του καλοκαιριού.
Τα πράγματα εδώ πάνω ανθίζουν. Είναι
ζωντανά όσο κρατάει η εποχή τους κι εμείς τρέχουμε
μές τις ριπές του λαμπερού αέρα.

“Human Wishes”, 1989

 

ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΜΕ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΠΟΥ ΜΕΛΕΤΟΥΣΕ ΖΑΚ ΛΑΚΑΝ

Ο Αύγουστος σ’αυτά τα μέρη σκέτη σκόνη. Η ξηρασία
νεκρώνει τον δρόμο,
αλλά ο χυμός μαζεύεται στα βατόμουρα.

Τα κόβουμε μες το καυτό
αργόσυρτο μεσημέρι
Ο Τσάρλι αναφωνεί:

θυμάται τα μύρτιλλα
είκοσι χρόνια πριν στο Βερμόντ
Σταματήσαμε πια να μιλάμε

για την L’Histoire de la verite,
για υποκείμενο και αντικείμενο
και την μεσολάβηση της επιθυμίας.

Τ’ αυτιά μας βουίζουν
από τις μέλισσες. Και ο Τσάρλι
γελώντας υπέροχα,

το γένι του βαμμένο βιολετί
από τη λέξη χυμός,
πάει να φέρει ένα μεγάλο καλάθι

“Praise”, 1979

 

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΟΝΟΜΑΖΕΙ ΤΑ ΑΝΘΗ

Όταν οι γέροι τριγύριζαν στο δάσος,
ήμουν ο ήρωας στο λόφο
μέσα στο διάφανο φως.

Τα κυνηγόσκυλα του θανάτου με φοβόντουσαν.

Μυρωδιά από άγριο μάραθο,
ψηλός εξώστης γλυκών φρούτων ψηλά στα κλαδιά
της ανθισμένης δαμασκηνιάς

Και μετά κατακρημνίζομαι
μέσα στη φρίκη της παιδικής ηλικίας,
μέσα στον καθρέφτη και τα λιγδιασμένα μαχαίρια,
στο σκοτεινό
σωρό από ξύλα κάτω απ’τις συκιές
μέσα στο σκοτάδι.
Δεν είναι παρά
η μοχθηρία των φωνών, ο γνωστός τρόμος
που δεν σημαίνει τίποτα, γονείς
που καυγαδίζουν, κάποιος
μεθυσμένος.

Δεν ξέρω πώς καταφέρνουμε να επιζήσουμε απο αυτό.
Ετούτο το ηλιόλουστο πρωινό
της ενήλικης ζωής μου, κοιτάζω
ένα ολοζώντανο ροδάκινο
σ’ένα πίνακα της Τζόρτζια Ο’Κηφ.
Φέρει όλη την πληρότητα που είναι δυνατόν να υπάρξει
μέσα στο φως. Ένας κοκκινολαίμης σκαλίζει τα φύλλα
έξω απ’το παράθυρό μου.
Όπως πάντα.

Μόλις πριν ένα λεπτό ένιωσα τόση ναυτία
και τόσο κρύο
Που δεν μπορούσα να σαλέψω.

“Praise”, 1979

 

ΑΧΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
Ίσως θά’πρεπε να γράψεις ένα ποίημα για την χάρη.

Όταν ότι ήταν να σπάσει έχει σπάσει,
και ότι ήταν να πεθάνει έχει πεθάνει,
και ο ήρωας έχει κοιταχτεί στον καθρέφτη με απόλυτη περιφρόνηση,
και η ηρωίδα έχει εξετάσει το πρόσωπό της και τα ψεγάδια
του ανελέητα, και ο πόνος που νόμιζαν πως,
σαν ένα φυλαχτό εντιμότητας, θα τους λύτρωνε από τους εαυτούς τους
έχει χάσει τη φρεσκάδα του και δεν τους έχει λυτρώσει,
κι έχουν αρχίσει να σκέφτονται, ευγενικά και ψύχραιμα
παρατηρώντας τους άλλους να συνεχίζουν τη ζωή τους—
τις συνήθειές τους, τις σκέψεις τους, τους φόβους, τις επιθυμίες—
πως ο εγωισμός είναι το ζιζάνιο
που βλασταίνει μαζί με κάθε ανθρώπινη ανθοφορία, και ως εκ τούτου έχουν καταλάβει, γιατί προσπάθησαν σε όλη τους τη ζωή
να το υπερασπιστούν με τόσο πάθος, και πως κανείς—
εκτός από κάποιον σχεδόν αδιανόητο άγιο μέσα στη λίμνη
της πενίας και της σιωπής—δεν μπορεί  να δραπετεύσει από αυτό τον παράφορο, αυτονόητο σύντροφο της ζωής ποτέ (ανω τελεία)  ίσως τότε, φανερώνεται ένα δειλό φως,
μια αχνή μουσική κάτω από τα πράγματα, μια αιωρούμενη χάρη.

Όπως με την ιστορία που μου διηγήθηκε ένας φίλος τότε που προσπάθησε
να αυτοκτονήσει. Η κοπέλα του τον είχε αφήσει.
Μέλισσες στην καρδιά του, ύστερα σκορπιοί, σκουλήκια κι ύστερα στάχτη.
Σκαρφάλωσε στο ατσάλινο κιγκλίδωμα της γέφυρας,
απ΄την πλευρά του κόλπου, ένα γαλάζιο, λαμπερό απόγευμα.
Και μέσα στον αλμυρό αέρα σκέφτηκε τη λέξη «θαλασσινά»
και ότι υπάρχει σ’αυτήν κάτι ελαφρώς γελοίο.
Κανείς δεν έλεγε «στεριανά». Σκεφτόταν ότι ήταν υποτιμητικό για την πέρκα
με όλα τα χρώματα της ίριδας να λάμπουν καθώς την τραβούσε έξω απ΄τα βράχια ή τον ροφό, με τα λέπια του σαν γυαλιστερό κάρβουνο, μέσα σε λιβάδια από φύκια—
και κατάλαβε πως η λέξη αναφερόταν
στα καβούρια ή στα μύδια ή στις αχιβάδες. Αλλιώς
τα εστιατόρια θα έγραφαν απλά «ψάρια» στις ταμπέλες τους,
κι όταν ξύπνησε—είχε κοιμηθεί για ώρες, κουλουριασμένος
πάνω στο δοκάρι σαν παιδί– ο ήλιος έδυε
κι αισθανόταν λίγο καλύτερα και φοβισμένος. Έβαλε το πανωφόρι
που είχε κάνει μαξιλάρι, κατέβηκε προσεκτικά
από το κιγκλίδωμα και γύρισε πίσω στο άδειο του σπίτι.

Υπήρχε ένα δικό της λεμονί εσώρουχο
κρεμασμένο στο πόμολο. Το μελέτησε. Χιλιοπλυμένο.
Μια αχνή κοκκινίλα στον καβάλο και το στομάχι του σφίχτηκε
από οργή και θλίψη. Ήξερε λίγο πολύ
που είχε πάει. Ένα διαμέρισμα κάπου στο Russian Hill.
Θα είχαν μόλις κάνει έρωτα αν  ήταν εδώ. Θα είχε δάκρυα
στα μάτια κα θ’άγγιζε το σαγόνι του με ευγνωμοσύνη. «Θεέ μου» θά’λεγε, «είσαι τόσο καλός». Φώτα που τρεμοπαίζουν
και στα πόδια του λόφου απλώνεται το λιμάνι και ο κόλπος μες την ομίχλη.
«Είσαι θλιμένη», θά’λεγε εκείνος. «Ναι». «Σκέφτεσει τον Νικ»;
«Ναι», θά’λεγε και θά’κλαιγε. «Προσπάθησα τόσο», κλαίγοντας τώρα γοερά, «Πραγματικά προσπάθησα». Και μετά αυτός θα την κρατούσε αγκαλιά για λίγο—
και μετά θα γαμιόντουσαν ξανά, και κείνη θά’κλαιγε λίγο ακόμα
και θα έπεφταν για ύπνο.
Και αυτός θα έπαιζε στο μυαλό του αυτή τη σκηνή
μια φορά μόνο, μια και μισή, και θά’λεγε μέσα του
ότι θα την κουβαλούσε για πολύ καιρό
κι ότι δεν μπoρούσε παρά να την κουβαλάει.
Βγήκε έξω στη βεράντα κι άκουσε το δάσος
μέσα στο σκοτάδι του καλοκαιριού, το φλοιό της μανόλιας
να ραγίζει και να ζαρώνει καθώς έπιανε το κρύο.

Δεν είναι πάντως η ιστορία, ούτε ο φίλος
που γέρνει προς το μέρος σου και λέει « Και τότε κατάλαβα—»,
που είναι το μέρος της ιστορίας που δεν πολυπιστεύεις.
Σκέφτηκα πως ο κόσμος είναι τόσο γεμάτος από πόνο
που πρέπει κάποιες φορές να βγάζει κάτι σαν τραγούδι.
Και πως η αλληλλουχία βοηθάει καθώς επίσης και η τάξη—
Πρώτα το εγώ, και μετά ο πόνος και μετά το τραγούδι.

“Sun Under Wood”, 1996

 

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ  ΣΤΟ LAGUNITAS

Ολόκληρη η νεώτερη σκέψη μιλάει για την απώλεια.

Σ’ αυτό μοιάζει με όλη την παλιά σκέψη.

Η ιδέα, για παράδειγμα, πως κάθε μερικότητα απαλείφει

την λαμπρή καθαρότητα του προτύπου. Πως ένας τρυποκάρυδος

με μουτσούνα κλόουν που τρυπάει το γλυπτό νεκρό κορμό

εκείνης της μαύρης σημύδας συνιστά, δια της παρουσίας του,

κάποια τραγική πτώση από έναν πρωταρχικό κόσμο

αδιάσπαστου φωτός. Ή εκείνη η άλλη αντίληψη ότι,

επειδή δεν υπάρχει στον κόσμο άλλο πράγμα 
αντίστοιχο

μιας βάτου με βατόμουρα, 
κάθε λέξη

είναι μια ελεγεία εκείνου που σημαίνει.

Μιλούσαμε για όλα αυτά χτες βράδυ αργά και στη φωνή
του φίλου μου,

υπήρχε ένα λεπτό σύρμα θλίψης, 
ένας τόνος

σχεδόν μεμψίμοιρος. Μετά από λίγο κατάλαβα πως,

μιλώντας μ’ αυτό τον τρόπο, καθετί διαλύεται: δικαιοσύνη,

πεύκο, μαλλιά, γυναίκα, εσύ κι εγώ . Γνώριζα κάποτε μια γυναίκα

που έκανα έρωτα μαζί της, και θυμάμαι πως, κρατώντας

τους μικρούς της ώμους στις παλάμες μου καμιά φορά,

αισθανόμουν μια βίαιη κατάπληξη για την ύπαρξή της

σαν μια δίψα για αλάτι, για τον ποταμό των παιδικών μου χρόνων

με τις υδροχαρείς ιτιές του, ανόητη μουσική από το πλοιάριο αναψυχής,

γούβες με λάσπη όπου πιάναμε τα μικρά ασημένια και πορτοκαλί ψάρια

που τά’λεγαν ηλιόψαρα. Δεν είχε καν σχέση μαζί της.

Λαχτάρα, λέμε, γιατί η επιθυμία είναι γεμάτη

αγεφύρωτες αποστάσεις. Κι εγώ το ίδιο θα ήμουν γι’ αυτήν.

Όμως θυμάμαι τόσο καλά, τον τρόπο που τα χέρια της έσπαζαν το ψωμί,

εκείνο το πράγμα που είπε ο πατέρας της και την πλήγωσε,

τα όνειρά της. Υπάρχουν στιγμές που το σώμα είναι υπερβατικό

όπως οι λέξεις, μέρες που είναι προέκταση της σάρκας.

Τόση τρυφερότητα, εκείνα τα απογεύματα και βράδια,

λέγοντας, βατόμουρο, βατόμουρο, βατόμουρο.

“Praise”, 1979
Μτφ. Κατερίνα Ηλιοπούλου

Η ΕΒΔΟΜΗ ΝΥΧΤΑ

Ήταν η έβδομη νύχτα και βγήκε έξω να κοιτάξει τ’ άστρα.
Παγωνιά στην ατμόσφαιρα, ψύχρα, όχι καλοκαιρινή, κι αναρωτήθηκε
αν οι αγριόχηνες στη λίμνη το ένιωσαν κι αυτές και ταράχτηκαν
κι αν αυτός ήταν ο λόγος που, αργά το απόγευμα, είχαν μαζευτεί
στην είσοδο του κόλπου πετώντας νευρικά πέρα δώθε,
πέρα δώθε αλλάζοντας κατεύθυνση με το γοργό στρίψιμο των φτερών τους.
Ήταν κατακαλόκαιρο κι εκείνος σκεφτόταν το φθινόπωρο
κάτω από ένα ψηλό, σκιερό πεύκο και τις αγριόχηνες να πετούν ψηλά τα κρύα πρωινά
και τα διαβατάρικα σύννεφα. Ατένιζε τ’ αστέρια μέσα στην ψυχρή σκοτεινιά.
Βρίσκονταν πολύ μακριά, κι αποφάσισε, κοιτάζοντάς τα να βλεφαρίζουν,
ότι σε σύγκριση με την απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και τ’ αστέρια
το αίσθημα της ενδοσκόπησης ήταν σαν αγκαλιαστός χορός.
Και πρόσεξε τότε ότι εκείνη ήταν εκεί, μια σκιά ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
που κοιτούσε πέρα μακριά την κοιλάδα όπου το λειψό φεγγάρι έριχνε το αμυδρό του φως στις ράχες των πεύκων. Ξαφνιάστηκε όταν την πλησίασε
και μετά τον αναγνώρισε, και χαμογέλασε, και είπε, «Γεια σου, φως της νύχτας».
Κι εκείνος είπε, «Γεια σου, ονειροπόλε». Κι εκείνη είπε, «Γεια σου, λάμψη φεγγαριού», κι εκείνος είπε, «Γεια σου, θνητό μεγαλείο». Κι εκείνη είπε, «Καλό».
Έμεινε για λίγο σκεφτική. Μυρωδιά φασκόμηλου ή μέντας και ο ήχος των τραγουδιών μέσα από το σπίτι. Αλλάζοντας τακτική του είπε,
«Ο πατέρας μου είναι μια θλιμμένη καρέκλα κι εγώ είμαι η τυφλή λαχτάρα του αντίχειρα».
Εκείνος είπε, «Ποιος έριξε τον κύκνο από νεφρίτη μες τον καυτό χυλό;»
Κάποιοι απ’ τους υπόλοιπους είχαν αρχίσει να βγαίνουν απ’ το σπίτι κι αποχαιρετιόντουσαν
αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο. Εκείνη είπε, «Η λέαινα της θλίψης αρπάζει
το κρέας που της πετούν». Αυτοκίνητα βάζουν μπρος, ένας απ’ τους τεχνικούς της σκηνής παλεύει να ξεριζώσει το πεύκο. Εκείνος είπε, «Καταληστεύοντας το πουγκί όλων των πιθανών μεταμελειών». Εκείνη είπε, «Κοκότες που τρεκλίζουν, ναρκοληπτικό φεγγάρι».
Οι περισσότεροι από τους άλλους είχαν φύγει. Λίγοι μαζεύτηκαν ν’ ακούσουν.
Οι τεχνικοί τραβολογούσαν τη χαμηλή βλάστηση.
Δυο άλλοι τύλιγαν το βουνό. Ήταν φανερό πως,
αν κι ευγενικοί, ανυπομονούσαν. Εκείνος είπε, «Αντίο, έσχατο πράγμα».
Εκείνη είπε, «Καλή αντάμωση, αποκάλυψη». Κάποιος άλλος είπε, «Είναι ώρα»,
μα εκείνη είπε, «Το τελευταίο πλοίο έφυγε απ’ τα Χανιά αργά το απόγευμα».
Εκείνος είπε, «Αντίο, Μόσχα, νύχτες σαν το σαμούρι,
πρωινά σαν τη λέξη διόσπυπος».Εκείνη είπε,
«Ο ταχυδρόμος πίνει από ένα μαύρο πηγάδι ξαναζεσταμένου καφέ σ’ ένα καφενείο που
ονομάζεται Της Μαμάς στις παρυφές του Ντουράνγκο». Εκείνος είπε,
«Καλό». Κι ένας απ’ τους τεχνικούς  έσβησε
το τσιγάρο του κι είπε, «Οκέι, μπορεί κάποιος από σας τους τελευταίους, παιδιά,
όταν φύγετε, αν το θυμηθείτε, να σβήσει τ’αστέρια;» πράγμα που έκαναν,
και το λευκό φως παντού μέσα σ’ αυτή τη σιωπή ήταν ένα λευκό χαρτί.

“Sun under wood”, 1996

μτφ. Ελένη Ηλιοπούλου

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: