Μαρία Τοπάλη: Σ’ έναν άλλο άνθρωπο

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ο Κύριος Ταυ, Ποιήματα, Μελάνι, Αθήνα 2007

Με τη δημοσίευση της πρώτης ποιη­τικής συλλογής της στην ηλικία των σαράντα ετών η Κατερίνα Ηλιο­πούλου (1967) αναλαμβάνει το ρόλο της στα ποιητικά δρώμενα ως άλλη μια φορέας του «συνδρόμου της καθυ­στερημένης εμφάνισης». Για το «de-layed-appearance syndrome» κάνει λόγο η Νεοζηλανδή ποιήτρια Φλέρ Άντκοκ (1934-) στην εισαγωγή της ανθολογίας της The Faber Book of 20th Centure Wo­mens Poetry (Faber & Faber, 1987) και, αναφερόμενη στις εκεί ανθολογούμενες αγγλόφωνες ποιήτριες, αναρωτιέται: «Άργησαν να ξεκινήσουν ή απλώς εξε­λίχθηκαν με αργούς ρυθμούς; Μήπως οι ευθύνες του σπιτιού τις εμπόδισαν να αρχίσουν νωρίς το γράψιμο; Τούς έλειψε η εμπιστοσύνη; Η ποίηση τους γνώ­ρισε απόρριψη;» Η ανθολόγος καταλή­γει πώς τίποτε από όλα αυτά δεν φαί­νεται να έχει γενική ισχύ για το πλήθος των γυναικών πού δημοσίευσαν την πρώτη συλλογή τους σε ώριμη ή, πά­ντως, σε όχι νεαρή ηλικία. «Η μόνη γε­νίκευση πού θα διακινδύνευα», λέει η Άντκοκ, «είναι πώς οι γυναίκες πολύ δύσκολα αποθαρρύνονται από το γρά­ψιμο, όσο κι αν αργήσουν να το ξεκινή­σουν».

Χαλκέντερες λοιπόν, κατά την Άντκοκ, οι ποιήτριες που ξεκίνησαν αργά. Δεν ξέρω αν αυτό θα ισχύσει στην πε­ρίπτωση της Ηλιοπούλου αλλά και άλ­λων ποιητριών, φορέων του ίδιου «συν­δρόμου» στη γλώσσα μας. Αν αποτολ­μούσα μια γενίκευση, αυτή θα αφορού­σε όχι τις γυναίκες αλλά τους ποιητές εν γένει που καθυστερούν να δημοσιεύ­σουν. Οι συλλογές με τις όποιες διαλέ­γουν να πρωτοεμφανιστούν, και τούτο ισχύει και για τον υπό συζήτηση Κύριο Ταυ, είναι, νομίζω, έργα μιας ήδη ολο­κληρωμένης πρώτης (καί δεύτερης, ίσως) αποκρυστάλλωσης. Αντίθετα, δη­λαδή, με μιαν άλλη ποιητική ιδιοσυ­γκρασία, περισσότερο ανυπόμονη, που έχει ανάγκη τη δημοσίευση για να ξεσκαρτάρει τον εαυτό της, οι «αργοί» ή έστω οι «αργά εκκινήσαντες» ποιητές, όπως φαίνεται να είναι η Ηλιοπούλου, ξεκινάνε με προτάσεις σε κάποιο βαθμό κατασταλαγμένες.

Τέτοιο έργο είναι ο Κύριος Ταυ. Ήδη το γεγονός ότι πρόκειται για μια -χαλαρότατα έστω- σπονδυλωτή αφή­γηση γύρω από ένα «πρόσωπο», τον Κύριο Ταυ, προδίδει μόχθο συνθετικής πειθαρχίας. Όπως θα φανεί από την όλη οικονομία της συλλογής, οι επιλογές της ποιήτριας είναι καλά ζυγισμένες και προσεχτικά τοποθετημένες στον ποιη­τικό χώρο. Η ιδιότητα, άλλωστε, της Ηλιοπούλου, και ως εικαστικής καλλι­τέχνιδας, αποτυπώνεται στην έντονη αίσθηση ενός οριοθετημένου χώρου, που δημιουργείται με ακρίβεια και χρη­σιμοποιείται με προσοχή, την oποία αποπνέουν τα μέρη άλλα και η όλη ποιη­τική σύνθεση.

Ποιος είναι όμως ο Κύριος Ταυ; Ήδη από τον πρώτο στίχο του πρώτου ποιήματος πληροφορούμαστε ότι «Ο κύριος Ταυ ξυπνάει κάθε μέρα μέσα σ’ έναν άλ­λο άνθρωπο» – σημάδι πως πρόκειται για μιαν ιδιότητα απρόσωπη, φορέας της οποίας μπορεί να είναι ο καθένας μας. Τη σημαντικότερη, μη περιγραφι­κή, πληροφορία σχετικά με τη φύση του κυρίου Ταυ την παίρνουμε στο ποίημα «Απόβραδο»: μαθαίνουμε εκεί πως η «σιωπή είναι μια μεγάλη απάτη και πως ο κύριος Ταυ δεν μοιάζει καθόλου με κοχύλι. Είναι πιο πολύ ένας δρόμος, μια διασταύρωση που τη  διατρέχουν αδιάκοπα οι διαβάτες». Στο αμέσως επόμενο ποίημα «Η Σειρήνα», το ωραιότερο, ίσως, της συλλογής, η Ηλιο­πούλου βάζει τον ήρωα της να αναμε­τρηθεί, σε καλά δουλεμένους ύστερους σουρεαλιστικούς τόνους, με τον μυθικό πόθο, τον πόθο, αν θέλετε, στην παρα­μυθένια του διάσταση. Και τον θέλει να παραμένει αιχμάλωτος της αποδώ με­ριάς, της όποιας δηλαδή πραγματικότη­τας, μολονότι ονειρεύεται με ορθάνοι­χτα μάτια το παραμύθι.

Ακολουθούν τρία μάλλον αδύναμα ποιήματα πού προσπαθούν να τα πουν όλα χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αποφασιστικό τόνο εκφοράς, και η αφήγηση ισορροπεί και πάλι δυναμικά στο «Κρεβάτι I»: «Δεν το θέλει το βύθισμα κι αν ήταν δυνατόν/θα αντάλλασσε όλο το κουβάρι των εικόνων / μ’ ένα λευκό λαστιχένιο τόπι. / Μόνο τη στιγμή της αιώρησης θέλει να κρατήσει». Κι αν ήθελε η Ηλιοπούλου να είναι πιο πιστή στον ιδιότυπο, δικό της τόνο, θα απέ­φευγε αμέσως κατόπιν την επεξήγηση του τύπου Εκείνη τη στιγμή της ανα­στολής καί θα περνούσε κατευθείαν στο εμπεριέχον την αναστολή, το λίκνι­σμα που λαλεί: «Και ναι και όχι».

Η δραματική πορεία του κυρίου Ταυ μέσα στην ύπαρξη του καθενός μας κορυφώνεται στα τρία τελευταία ποιήμα­τα: «Κρεβάτι II», «Γραφείο I: σταθμός αναμονής» καί «Γραφείο II: σταθμός αναχώρησης». Από τις λυρικές, τραγουδιστικές απόπειρες της συλλογής, που η ποιήτρια αποφασίζει να δρομο­λογήσει στις τροχιές του δημοτικού τραγουδιού, εκείνη που εμπεριέχεται στο «Γραφείο I: σταθμός αναμονής», με τον διακριτικό υπέρτιτλο μέσα σε παρένθεση («Τι είπε το σαράκι;»), είναι αυτή που προτιμώ. Πραγματεύεται και πάλι τη φύση της σιωπής, και τούτη η πραγμάτευση ανάγεται σε μείζον στοί­χημα της ποιήτριας και του ήρωά της, του κυρίου Ταυ. Στα υπέρ και των δυο τους εγγράφεται το γεγονός ότι ανατέ­μνουν τη σιωπή ως δημιουργική συνθή­κη, όχι μελοδραματικά, αλλά μάλλον με το θάρρος του ανθρώπου πού γνωρίζει ότι τη διαρρηγνύει, όπως οφείλει, έστω κι αν πρόκειται εκείνη να τον καταπιεί και πάλι αμέσως μετά.

Η σχέση της Ηλιοπούλου με τη σιω­πή αλλά καί με τα αποσιωπούμενα παραπέμπει, μαζί με άλλα στοιχεία της ποιητικής της, στις συγγένειές της, οι οποίες ανιχνεύονται και στις μεταφρα­στικές της επιλογές. Έτσι, η Ηλιοπού­λου, περισσότερο υπαινικτική καί συμ­βολική, βρίσκεται ως προς τη φόρμα καί τα εκφραστικά μέσα μάλλον στους αντί­ποδες της καθαρά αρθρωμένης, της απερίφραστης Πλάθ, την όποια έχει μετα­φράσει (Κέδρος, 2003), ενώ μπολιάζεται από το δυναμισμό της τελευταίας ως προς το αίσθημα και το νόημα.

Βρίσκεται, από την άλλη, πολύ κοντά σε δύο άλλους ποιητές, τους οποίους με­τέφρασε πρόσφατα (Μίνα Λόυ, Ποίηση, τεύχος 30, Τέντ Χιούζ, www.e-poema.-eu), με τούς όποιους μοιράζεται μιαν ιδιοτυπία. Πρόκειται, σε όλες τις περι­πτώσεις για μια ποίηση που λέει πολλά και με έντονο τρόπο, για να αποκρύψει, να αποσιωπήσει -εκκωφαντικά- ακό­μη περισσότερα. Η Ηλιοπούλου μοιράζεται με τους ποιητές αυτούς μιαν εικονοποιία ιδιαίτερης έντασης, που δη­μιουργεί την αίσθηση της κατασκευα­σμένης ζούγκλας. Όμως, το κέντρο βά­ρους των ποιημάτων βρίσκεται κάπου αλλού, σε ένα δυσβάσταχτο για τις αι­σθήσεις κενό, του οποίου η ποίηση αυτή έχει συνείδηση και το οποίο εξευμενίζει με μια οιονεί παγανιστική χρήση των ει­κόνων καί της γλώσσας.

Η υπαρξιακή τούτη γενναιότητα, που τρέπεται σε ποιητική, με γλωσσική ακρί­βεια καί με τη δέουσα αυτοσυγκράτηση ώστε να διατηρείται το ποίημα ανοιχτό καί να μην καταβυθίζεται σε ναρκισσι­στικούς λαβυρίνθους, συγκαταλέγεται στις αρετές της ποίησης της. Αποτελεί όμως ταυτόχρονα και στοιχείο προσδιο­ριστικό της γενεαλογίας της. Αν αναζη­τούσαμε, πράγματι, σημάδια που θα μπορούσαν να προσδιορίσουν τον τρό­πο των νεότερων, των απολύτως σύγ­χρονων ποιητών, θα ανιχνεύαμε -θα οφείλαμε να ανιχνεύσουμε!- τα στοι­χεία εκείνα που προσδίδουν ταυτότητα σε μια γενιά: στη γενιά μας.

Είναι μια γενιά που από νωρίς κλή­θηκε να τα βγάλει πέρα στον καινούριο κόσμο, τον στερημένο από αυταπάτες, μεγάλες ιδέες, ηγέτες και ήρωες. Ως προς τη γλώσσα, είναι μια γενιά που ενηλικιώθηκε σε συνθήκες παγκοσμιο­ποίησης με την αγγλική γλώσσα να κυ­ριαρχεί. Θα ήταν -και ποιητικά- εξαι­ρετικά ανειλικρινής εάν απέστρεφε το πρόσωπο από την ίδια της την πραγμα­τικότητα. Η Ηλιοπούλου, που κατά τεκμήριο (έχει ζήσει στην Αγγλία και μεταφράζει συστηματικά αγγλόφωνη ποίηση) λειτουργεί ως ενεργός μονάδα στη νέα αυτή πραγματικότητα, αποτυ­πώνει γλωσσικά και ποιητικά το δυνα­μισμό της. Ένα δυναμισμό προσγειω­μένο, πικρό κάποτε στα όρια της αντο­χής, που σκάβει βαθιά για να βρει το καύσιμο της απογείωσής του, αισθάνε­ται υποχρεωμένος να εργαστεί σκληρά για να πείσει – μα δεν αρνείται πως εί­ναι ταγμένος στην ανίχνευση της μα­γείας και του ονείρου.

Αυτό τον προορισμό υπηρετούν τα τρία τελευταία ποιήματα, που έχουν τον ενδιαφέροντα τίτλο «Τρία ποιήμα­τα του κυρίου Ταυ». Εδώ, ο κύριος Ταυ βγαίνει ο ίδιος στο προσκήνιο, αφού μι­λά σε πρώτο πρόσωπο και επιτρέπει στον εαυτό του δηλώσεις και αποφάν­σεις περισσότερο άμεσες καί προσωπι­κές: Η γυναίκα μου είναι πάντα Πέμπτη («Ερωτικό»), Στον κήπο μου ζει μια λεμονιά («Η λεμονιά»), Στον ουρανό μου υπάρχει ένα πουλί («Abandon»). Ο κύριος Ταυ, έχοντας (αφήσει;) πίσω του την « τρομερή έλξη / και ανεξήγητη ζήλια για το βότσαλο», το βότσαλο εκείνο που, στην αρχή της ποιητικής αφήγησης είχε γίνει «Ένας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του, / που ρουφάει τη φωνή του» (« Ο κύριος Ταυ σε ένα θαλασσινό τοπίο») δεν ερωτοτροπεί πια με τη σιωπή. Γνωρίζει πώς πέτυχε στην πρώτη δοκιμασία και αφή­νεται να γοητευθεί. Ότι κι αν μεσολά­βησε, νιώθει πλέον αρκετά ισχυρός ώστε να εμπιστευθεί στη γλώσσα τα παθήματα και τους πόθους του.

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική τεύχος 1, 06/2008)

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: