Βασίλης Αμανατίδης | Ποιητικό Ασυλο

Το «Άσυλο» είναι το δεύτερο βιβλίο ποιημάτων της Κατερίνας Ηλιοπούλου. Και είναι ευτυχώς αυτό ακριβώς: «βιβλίο ποιημάτων», όχι ποιητική συλλογή. Όπως ακριβώς και το πρώτο της έργο (ο προ διετίας «Κύριος Ταυ», βραβευμένος μάλιστα τότε με το «Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω»), το «Άσυλο» αποτελεί ποιητική σύνθεση. Σε αντίθεση με τον πιο μονοφωνικό «Κύριο Ταυ», είναι μία σύνθεση πολυφωνική. Και τα δύο είναι, στην ουσία τους, βιβλία-Οίκοι, αλλά και βιβλία-Χώροι. Και αν θέλαμε να προεκτείνουμε την έννοια του Χώρου, μέσα από τις κατακτήσεις του σύγχρονου εικαστικού πεδίου: Βιβλία-Εγκαταστάσεις. Δηλαδή: ανοιχτές πλατφόρμες που αναμένουν, και ενδεχομένως εύχονται, τη συλλειτουργία τους με ένα κοινό, μέσα από την performance που υπονοούν και την οποία διακριτικά μάς καλούν να τελέσουμε μαζί τους.
Είναι δελεαστικό να σκεφτεί κανείς πως μερικοί από τους βασικούς παράγοντες που έχουν συντελέσει στη δημιουργία αυτών των δύο –τόσο αναζωογονητικών για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση– βιβλίων είναι: αφενός, η εικαστική καταγωγή της ποιήτριάς τους, όπως και η δοκιμασμένη σχέση της με την απτότητα των υλικών, λόγω της ιδιότητάς της ως σχεδιάστριας κοσμημάτων˙ αφετέρου, οι σπουδές της ως χημικού, που κάποιον ρόλο θα έχουν παίξει στις τόσο απρόσκοπτες μεταστοιχειώσεις που συντελούνται στα ποιήματά της. Ένας ακόμη παράγοντας ίσως όμως να είναι και το καταστάλαγμα μιας ορμής, που η Κατερίνα Ηλιοπούλου μυστικά θα «μηρύκαζε» και θα κυοφορούσε για χρόνια, εισπνέοντας μόνο τον κόσμο, και διαρκώς αναβάλλοντας να τον εκπνεύσει ακόμη σε γραφή. Και αναφέρομαι εδώ στην αρκετά μακρόχρονη περίοδο προσωπικής της αναμονής ως προς την παραγωγή ποίησης, αφού η Ηλιοπούλου εμφανίστηκε με το πρώτο της έργο το 2007 ως πλήρης και ώριμη ποιήτρια και ηλικιακά. Τότε πια, μέσα από τη χρήση της περσόνας του «Κυρίου Ταυ», παρέκαμψε γενναία τον εξομολογητικό συναισθηματισμό της ποίησης του υποκειμένου, και αυτογεννήθηκε ως ποιήτρια μέσω ενός σπονδυλωτού ποιήματος μαθητείας. Θέμα του: ο Κάποιος (Όποιος;), που αρχίζει να ζει πραγματικά μόνον όταν μετατρέπεται σε Ποιητή. Και εννοούσε εκεί η Ηλιοπούλου τον καλλιτεχνικό άνθρωπο γενικά, και όχι μόνο εκείνον που γράφει ποίηση. Ένα το κρατούμενο, λοιπόν: από πολλές απόψεις, συνεχίζεται εδώ ένα παλιό αίτημα σε νέα συμφραζόμενα: η –ρομαντικής καταγωγής, μοντερνιστικής συνέχισης, αλλά και μεταμοντέρνας εκτροπής– συνένωση και τήξη του συνόλου των τεχνών.
Βέβαια, το αμιγώς μεταμοντέρνο στοιχείο στην ποίηση της Ηλιοπούλου βρίσκεται κυρίως κάπου αλλού. Τόσο η περσόνα τού –αποκομμένου από την πληρότητα της συνολικής Εμπειρίας– Κυρίου Ταυ, όσο και οι επτά γυναικείες φωνές του «Ασύλου» (όλες Ποιήτριες, αν και όχι βέβαια μόνο της γραφής), είναι εγκατεστημένες μέσα σε έναν κόσμο δυσανάγνωστο, αφιλόξενο, αμνησιακό, πλήρη ρήξεων, κόσμο που με δυσκολία πια μας περιέχει, και αδυνατεί να μας συνενώσει κάτω από μία ιδέα ή έναν κοινό στόχο. Έναν κόσμο που, χάριν συνεννοήσεως, ονομάζουμε, κάπως γενικευτικά, μεταμοντερνιστικό. Γιατί ακόμη και σε μια πρώτη ανάγνωση του «Ασύλου» γίνεται φανερό πως καμία από αυτές τις –τόσο μυθικά στοιχειωμένες, λοξά παραμυθικές, εμμονοληπτικές ή και σαλεμένες– φωνές Ποιητριών που το κατοικούν δεν ευτυχεί μέσα από τη μεταξύ τους επαφή και κοινωνικότητα. Είναι φωνές αυστηρά μοναχικές. Η μία μετά την άλλη εμφανίζονται, και μετά από λίγο σβήνουν, ως ήχοι μέσα στο χάος του κόσμου˙ στοιχειοθετούν μία ευθύγραμμη, μοναχική διαδοχή˙ μία σκυτάλη φωνών εν μέσω πολλαπλών αντιπερισπασμών. Αναφύονται διαρκώς μέσα από οικιακά εμπόδια, κυρίως όμως μέσα από οικεία σύγχρονα παράσιτα. Στην κυριολεξία μάλιστα: ήχοι ρολογιών, τηλεφώνων, οικιακών σκευών, αλλά και κουδουνίσματα, ανεξήγητοι τριγμοί, μετατοπίσεις επίπλων (από ποιον;) σε μοναχικά δωμάτια, κόρνες αυτοκινήτων και πανδαιμόνια βουητά από το αστικό έξω χάος εισβάλλουν σαν διαρκώς εννοούμενο ηχητικό υπόβαθρο πίσω από τις ομιλίες των Φωνών αυτών, αλλά και σαν μεταφορικό τρελοκομείο μέσα στο συγκεκριμένο «Άσυλο». Τι να είναι όμως εκείνο που ενώνει όλες αυτές τις διαχωρισμένες και εμποδισμένες φωνές;
Οι πολλαπλές ποιήτριες του «Ασύλου» υποφέρουν από τη βαθύτατη επίγνωση ενός εσωτερικού και εξωτερικού κενού όγκου – ενός κενού που, πάντως, οι ίδιες δε θεωρούν αχρείαστο. Αντιθέτως, είναι πρόθυμες να το χρησιμοποιήσουν ως εφαλτήριο, ή ακόμη και να το θεωρήσουν πολύτιμο. Ρίχνονται λοιπόν –μέσα από την ομιλία τους, αλλά και με τη μοναχική, ταγμένη όμως, αφοσίωσή τους– στην υπηρεσία ενός επείγοντος αιτήματος Πλήρωσης. Το κυριότερο που επιθυμούν είναι να γεμίσουν τον κενό χώρο. Δεύτερο κρατούμενο, λοιπόν: η Ηλιοπούλου μπορεί να αφουγκράζεται και να υποδέχεται τη μεταμοντέρνα ασυνέχεια, διάσπαση, τυχαιότητα, αποσπασματικότητα και πτώση του νοήματος, μα η –διαμοιρασμένη μέσα στις υπόλοιπες φωνές– φωνή της αρνείται επίμονα να θεωρήσει αυτά ως αιτήματα και ζητούμενα. Έτσι, στο «Άσυλο», μέσα από τις διάφορες περσόνες και σχάσεις του εαυτού της (μία Γλύπτρια, μία Σύλβια Πλαθ, μία υδάτινη Νύμφη, μία απομονωμένη καλόγρια, την αμαζόνα Πενθεσίλεια, αλλά και δυο άλλες πιο προσωπικές της διασπάσεις), η Ηλιοπούλου προβαίνει σε μία –μελαγχολική έστω– διαδικασία Επανόρθωσης: Ναι, ο κόσμος και ο εαυτός είναι ασυνεχής και κατακερματισμένος, γίνεται όμως κάθε φορά να δημιουργείται μια ειδική συνθήκη συναρμολόγησης, γεφύρωσης και πλήρωσης. Πάλι και ξανά. Έστω για λίγο, έστω και μέσα από την ίδια την επίγνωση της έλλειψης και απουσίας. Το ζήτημα, όμως, είναι πού ακριβώς επιτελείται αυτή η πλήρωση;
Η παρουσία του ίδιου του βιβλίου και των ποιημάτων-μορφωμάτων του αποτελεί καταρχήν μία πραγματοποίηση. Οι «τοίχοι» του βιβλίου-Οίκου επιτρέπουν ακριβώς σε αυτό το υδραργυρικό ρευστό της διάχυσης των φωνών να αποκτήσει σχήμα και να αποφύγει τη μοίρα της απόλυτης διάλυσης.

«Πρέπει να σκληρύνεις πολύ για να περιβάλλεις τη ρευστότητα
Για ν’ ασφαλίσεις ένα τόσο χλωρό μέλλον»

αποφαίνεται κάποια στιγμή ο μονίμως αμετάφραστος, αινιγματικός, και, μολονότι φιλόξενος, πάντα απροσπέλαστος Κήπος της Ποίησης (Φωνή Β) προς την υποτιθέμενη Γλύπτριά του –ποιήτρια εννοείται και αυτή–, η οποία αγωνίζεται στο πρώτο μέρος του «Ασύλου» να εισχωρήσει, να επιδράσει πάνω του, να του ασκήσει μία εκ του μακρόθεν «γλυπτική», να τον τροποποιήσει, ή έστω να αφήσει πάνω του ένα στίγμα. Μάταιο κάπως, αφού και οι δύο φωνές φαίνεται να συνομιλούν εδώ μέσα από το «μακριά» του τηλεφώνου. Με τους δύο παραπάνω στίχους όμως, έχει ο ίδιος ο Κήπος προλάβει να προτείνει μια λύση εισόδου στο αίνιγμα της ποίησής του και της παραγωγής μορφής. Ίσως γι’ αυτό –και παρ’ όλο το φρενοκομείο του θορύβου που επικρατεί μέσα και έξω από τα όριά του– όλες οι φωνές του «Ασύλου» επιμένουν να είναι, παραδόξως για την εποχή, οιστρηλατούμενες. Είναι ο τρόπος που έχουν για να επανορθώσουν την αποκοπή και να απομακρύνουν τη διάλυση. Η εμπλοκή τους στην ποιητική διαδικασία, μάλιστα, μετατρέπει την κάθε μια από αυτές σε πραγματοποιημένη αυτοϋπαρξη και ταυτόχρονα σε medium = μέσο, γέφυρα. Το σπουδαίο είναι όμως πως προσέρχονται τελικά στο χώρο αυτού του βιβλίου ως είδος ικετών που ζητούν όχι βέβαια πολιτικό, αλλά ποιητικό άσυλο. Επιθυμούν και επιχειρούν να μπορέσουν να πλάσουν φόρμα και μορφή, όντας βέβαια ποιήματα και οι ίδιες: Ποιήματα και μορφές που συνέλαβε η Κατερίνα Ηλιοπούλου – ποίημα και μορφή ασφαλώς και εκείνη όλων των ποιημάτων, των ποιητριών και ποιητών που την έχουν ως τώρα καθορίσει και συνθέσει. Και για να αναφέρω ενδεικτικά μερικούς από τους ποιητές της γραφής και μόνο: Τσέλαν; Πεσόα; Πλαθ; Εγγονόπουλος; Σαχτούρης; Χιουζ; Κυρίως, όμως, θα έλεγα τον από πολλές απόψεις ανένταχτο, και ευφορικά μεταμορφωτικό Γάλλο Ανρί Μισώ.
Μερικά ακόμη στοιχεία για τη δομή, αλλά και τη δομική αποκορύφωση του βιβλίου:
Σύνθεση αυστηρά αρχιτεκτονημένη, το «Άσυλο» απαρτίζεται από δύο ημιαυτόνομα μέρη. Στο ομώνυμο πρώτο, που φέρει την παρενθετική διευκρίνιση «ηχητικό τοπίο για οχτώ φωνές», περιλαμβάνονται επτά ποιήματα: το ένα εξαμερές και διφωνικό, τα υπόλοιπα έξι μονοφωνικά, όπου και ακούγονται οι φωνές των επτά ποιητριών και του ενός Κήπου. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται τα –επτά επίσης– ηχητικά τοπία του σημερινού, ταυτοχρονικού, διασπασμένου μικρόκοσμου και μακρόκοσμου. Το δεύτερο, όμως, μέρος του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Το Ακρωτήριο» και τον υπότιτλο «Ακατανόητος μονόλογος που καταλήγει σε ιστορία». Εδώ πια, μέσα από επτά και πάλι αναβαθμούς, συντελείται μία κορύφωση. Με έναν πρωθύστερο αφηγηματικό τρόπο, ακούμε την οριακή μαρτυρία μίας γυναίκας, που έχοντας οδηγηθεί σε κρημνώδες ακρωτήριο με σκοπό να αυτοκτονήσει (αδιάφορο και άγνωστο γιατί), «σώζεται» μέσα από έναν συμβολικό θάνατο, που κατ’ ουσίαν θα της παρέχει μία μόνιμη ανάσταση, δηλαδή μια αληθινή και όχι πλασματική ζωή: Χτυπιέται από έναν αναπάντεχο Ποιητικό κεραυνό. Η αφήγηση και επαναφήγηση πλέον στο διηνεκές από τούτη τη γυναίκα –που γίνεται έτσι μία Μαινάδα των Λέξεων– αυτής της οριακής της εμπειρίας είναι στην ουσία η Νίκη και η Δόξα της: Η μετατροπή της άρρητης εμπειρίας σε ομιλούσα ιστορία και της δυσανάγνωστης γραφής του κόσμου σε μια γραφή άλλης τάξης. Έτσι, η αποκάλυψη μιας Απόλυτης Ουσίας –η ανακάλυψη και ανεμπόδιστη άσκηση της Ποίησης ασφαλώς– ανατρέπει πια κάθε πιθανή αίσθηση κλειστοφοβίας που είχε ίσως ως τώρα δημιουργηθεί από τις προηγούμενες φωνές. Για το βιβλίο, η αποκορύφωση αυτή σημαίνει τώρα και το τέλος του, μαζί όμως και τον σκοπό του. Η ταραχή της συνάντησης με κάτι Απόλυτο διανοίγει τελεσίδικα και ευεργετικά μια πόρτα προς τον απέραντο Λευκό Χώρο όλων των δυνατοτήτων.
Να, ίσως, γιατί θεωρώ αυτό το έργο πολύ χρήσιμο σήμερα: Πρώτον: αν και έχει πλήρη επίγνωση του δράματος της σύγχρονης αποκοπής μας από το κάθε τι, επαναφέρει στο θεματικό κέντρο της ποίησης το διακύβευμα ενός μαχητικού αγώνα: για την αδιάκοπη παραγωγή μορφής και νοήματος ως αυθεντικού τρόπου ύπαρξης. Δεύτερον: γιατί κατορθώνει να προσδίδει θετικό φορτίο σε έννοιες που σήμερα κατέληξαν να έχουν μάλλον αρνητική σημασία: σιωπή, ακινησία, μετεωρισμός, αναμονή, αναβολή, έλλειψη, κενό, απουσία, εκκρεμότητα. Μέσα από τις καταστάσεις που οι λέξεις αυτές σηματοδοτούν, το «Άσυλο» μοιάζει πια να υμνεί τη ζωή στη συμπυκνωμένη της υπερένταση, έναν διαρκώς εκκρεμή τοκετό της δημιουργίας. Και, τρίτον: το «Άσυλο» επιχειρεί και κατορθώνει να μας «υπνωτίσει», ώστε να εμπιστευτούμε ξανά ένα είδος στοιχειακού μυστηρίου, εσκεμμένα μαγικού και εμπρόθετα μαγεμένου, μεταμορφωτικού των πάντων. Έτσι όμως το βιβλίο αυτό μετατρέπεται σε ένα έργο που –μες σε μια εποχή κατεξοχήν αντιμυθική– επανεφευρίσκει ένα νήμα σύνδεσης με την πρωτογενή καταγωγή του μύθου και του τρομερού αινίγματος.
Βεβαίως, η μάγευση που ασκεί το βιβλίο πάνω στον αναγνώστη και ακροατή του θα οφείλεται –μεταξύ άλλων– και στο τι, το πώς και το γιατί των λέξεων. Υπάρχει κάτι «τρομερά» ανεπιτήδευτο τόσο στις ίδιες όσο και στον τρόπο τοποθέτησής τους. Οι λέξεις είναι λειασμένες: στοιχειακές. Η γλώσσα εμπράγματη: σωματική. Η σύνταξη σπάνια καταδέχεται τις ασυνταξίες. Παρ’ όλα αυτά, η υπερφυής χάρις του βιβλίου δεν εξηγείται εύκολα. Γεμάτο αντιθέσεις, απορίες και οντολογικό τρόμο, το «Άσυλο» συνέχεται από μία ύλη δέους, ανήκουστη αν και εκκωφαντική, που έχει όμως ως σκοπό να ολοκληρώσει μία ικεσία για επιστροφή σε κάποιου είδους τάξη, κατάφαση, φυσικότητα. Κλείνει μέσα του τη διαδικασία της σκέψης που γίνεται αίσθηση, που γίνεται σχεδόν αίσθημα, που γίνεται εν τέλει πράγμα. Κάτι κλειστό που ανοίγει και ανασαίνει με κάθε νέο βλέμμα. Ταυτόχρονα, σε ανακουφίζει. Θέλεις να το διαβάζεις και να το ξαναδιαβάζεις ως αμφίβιο και τρεμουλιαστό ζεν.

Περιοδικό Εντευκτήριο, Απρίλιος 2010

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: