Όταν ρίχνουμε το βλέμμα μας στα πράγματα

Τι βλέπουμε όταν ρίχνουμε το βλέμμα μας στα πράγματα; Γιατί η εγγύτητα είναι μια χίμαιρα; Γιατί η πραγματικότητα δεν μπορεί να εννοηθεί ως αυτονόητη; Υπάρχει η δυνατότητα της αγνωσίας και πως συνδέεται με την γλώσσα και τη γραφή; Γιατί τελικά χρειάζεται τόσος κόπος για να πλησιάσουμε το πραγματικό;
Ίσως γιατί το πραγματικό δεν το έχουμε παρά μόνον όταν μπορέσουμε με κάποιο τρόπο να το ανεβάσουμε από την αφάνεια στην υλικότητα των πράξεών μας.
Αυτή η κίνηση δεν σχετίζεται με την αλήθεια, αλλά περισσότερο με μια επιθυμία για περισσότερο χώρο. Κινούμαι προς μία κατεύθυνση με τις λέξεις μου, τις εικόνες μου κλπ για να ερευνήσω ένα πρόβλημα, να στήσω ένα παιχνίδι, κοιτάζω ένα τοπίο που δεν υπήρχε πριν, να γίνεται και να ξεγίνεται μπροστά στα μάτια μου. Το ελευθερώνω από την οριστικότητα του γεγονότος. Με την πρόθεση της συνομιλίας. Το γεγονός ότι η γλώσσα μας ξεγελά προσποιούμενη ότι εκπληρώνει μια υπόσχεση που μένει πάντα ανεκπλήρωτη το ξέρουν όλοι οι ποιητές. Το γράψιμο παραμορφώνει την εμπειρία, άβυσσος χωρίζει τις λέξεις από τη  εμπειρία της παρουσίας που εκφράζει το ποίημα. Κάτι από αυτή την άβυσσο, το ρήγμα, την αδιαμεσολάβητη απόσταση πρέπει να διασώζεται μέσα στο ποίημα σαν αμφισημία, αμφιβολία, διερώτηση, ανοιχτότητα.
Άλλωστε πολύ συχνά το γράψιμο προηγείται της εμπειρίας. Γράφω για να έχω την εμπειρία. Η γλώσσα με χρησιμοποιεί στον ίδιο βαθμό που την χρησιμοποιώ.

Στην ποίηση δεν έχω την ψυχολογία του κυνηγού που κυνηγάει το θήραμα-ποίημα. Ούτε του συλλέκτη που αναζητά μέσα στο σκοτάδι το θησαυρό. Περισσότερο μου ταιριάζει η εικόνα ενός μυρηκαστικού που κατεργάζεται ένα άμορφο και αδιαπέραστο υλικό σχεδόν παθητικά αφού είναι μέρος της φύσης μου. Το ποίημα δεν υπάρχει κάπου εκεί έξω ολόκληρο, δεν είμαι το μέσο κάποιας ανεξήγητης και αόρατης ροής. Ποιητής και ποίημα βρίσκονται μέσα στη γλώσσα και αλληλλοδιαμορφώνονται. Συνήθως ζει κανείς μέσα σε διάφορες ιδέες, ή μία έμμονη ιδέα, τις επεξεργάζεται, τις δοκιμάζει, χτυπάει την πόρτα. Μέχρι κάτι να αναδυθεί. Συχνά κάτι ελάχιστο. Μπορεί να είναι μια φράση μόνο, μπορεί να μην βρίσκεται καν στο γλωσσικό επίπεδο να είναι τόνος,κίνηση, ρυθμός. Αυτό που λέμε έμπνευση είναι η ελκτική δύναμη που εκπέμπει κάτι που πρoσπαθεί να συνομιλήσει μαζί σου. Μέσα στο οικείο χτυπά ο παλμός του ανοίκειου.

Πολύ σπάνια η συνομιλία έρχεται σε σένα σαν δώρο από το πουθενά. Το πρόγραμμα είναι μία συνθήκη για τον τεχνίτη, αλλά το ποίημα δεν είναι μηχανική κατασκευή. Υπάρχει ένας παράγοντας μη ελέγχου, ένας χώρος αγνωσίας που απαιτεί την παράδοσή σου. Πάντως, παρόλο που κανένας ποιητής δεν μπορεί να συλλάβει το ολοκληρωτικό νόημα και την μοίρα των μεταφορών του, η ποίηση συμβαίνει μέσα στο γράψιμο, στο κυνήγι των λέξεων και την επεξεργασία.
Δημιουργείς με τις λέξεις σου έναν τόπο όπου οι λέξεις μπορούν να έρθουν ξανά και ξανά. Πολύ συχνά δε αιτία της γραφής είναι η ίδια η επιθυμία για γραφή. Το γράψιμο θα βρει κάτι να πιαστεί και να πραγματοποιηθεί.

Η διαδικασία αυτή δεν σταματά ποτέ. Ακόμα και στον ύπνο το υλικό κατεργάζεται. Γι’αυτό όλοι οι καλλιτέχνες είναι φορείς της κούρασης. Μια κούραση αναπόφευκτη, επιθυμητή. Αν κάποια στιγμή αισθανθείς ξεκούραστος, τότε είσαι ταυτόχρονα γυμνός, άδειος, αλλαγμένος, ξένος. Τέσσερεις ακόμα παράγοντες συμπληρώνουν την καλλιτεχνική συνθήκη, την προετοιμασία για την πράξη: η προσήλωση, το κενό, η αναμονή και η πίστη.

Η προσήλωση δηλαδή η συγκέντρωση της προσοχής, η συνεχής επένδυση των αισθήσεων αλλά και του στοχασμού, που στην τέχνη είναι αξεχώριστα, σε όλα τα «συμβάντα» που ξεδιαλέγονται ως τέτοια μέσα από τη καθημερινότητα, αλλά ακόμα από τα όνειρα και τη φαντασία. Κάθε τι που αναδύεται ως συμβάν στη συνείδηση έχει πριν αποκτήσει ένα γλωσσικό ένδυμα αλλά και μια χρονική ταυτότητα που του επιτρέπει να καταχωρηθεί ως πιθανό «υλικό». Πρόκειται για μια διπλή ζωή ή  για μία ζωή, την παρατήρηση και μία ταφή, την καταχώρηση. Η Κόρη ατενίζει μέσα στο μάτια του Άδη το δικό της βλέμμα να την κοιτά. Η προσήλωση προσβλέπει χωρίς να υπάρχει καμμία εγγύηση, σε έναν τρίτο χρόνο, αυτόν της επιστροφής που θα κάνει το παιχνίδι της καλλιτεχνικής πράξης να ξεκινήσει. Η ποίηση είναι ένα κύμα που επιστρέφει σε άλλο σημείο. Η ενέργεια που τροφοδοτεί την προσήλωση είναι το μυστικό. Είναι μια προσήλωση μυστική.

Η εκκίνηση της διαδικασίας της γραφής μοιάζει με αναχώρηση. Οι παλμοί πεφτουν, οι θόρυβοι απομακρύνονται, ώρες χωρίς κανένα σκοπό, άδειος χρόνος, βύθισμα, ησυχία, κενό. Κάθε έργο τέχνης εγκαθιδρύει τη δική του τάξη επομένως η δημιουργία προυποθέτει μια ανατροπή όχι μόνο στο επίπεδο των μορφών αλλά και στο ζωντανό προσωπικό πεπρωμένο, στο ίδιο το σώμα. Αποστολή του έργου είναι να επιδιώκει την απουσία  Ο ποιητής χάνει την ταυτότητά του, το κοινωνικό του εγώ, γίνεται ένας ξένος, για να εφεύρει μια ταυτότητα σύμφωνα με το λόγο.  Έτσι έχουμε δύο πράξεις: Η πρώτη είναι η άρνηση που το έργο επιβάλλει και η δεύτερη είναι η διάβαση που ανοίγεται από το ρήγμα που δημιουργεί το έργο με τον κόσμο. Ένα καινούριο σημείο θέασης. Κάθε πρόταση που γράφεται στην ποίηση είναι το ξεμύτισμα που έχει ανατείλει από έναν τεράστιο όγκο, χρόνου, σκέψης, ανοησίας,εγκατάλειψης, μόχθου, χωρίς κανένα αντίκρισμα.

Και υπάρχει αναμονή. Η αναμονή είναι η άσκηση της ποίησης. Δεν υπάρχει αντικείμενο εργασίας. Η εργασία σου είναι να μάθεις να περιμένεις. Το ποίημα (η εκκίνηση του ποιήματος, η ιδέα του ποιήματος) είναι μέσα στο χρόνο και θα το φέρει ο χρόνος. Όπως με κάθε δημιουργία η ευφορία έγκειται στο γεγονός ότι ο χρόνος αποκτά υλικότητα. Είναι όμως μια αναμονή ενεργητική, μια άσκηση του νου και των αισθήσεων κι ακόμα μια ικανότητα πλοήγησης. Μαθαίνεις να οδηγείς την προσοχή σου προς διάφορες εστίες. Κάτι πυκνώνει εκεί, κάτι ακούγεται. Πας προς αυτή τη  κατεύθυνση και περιμένεις, σκάβεις, αναποδογυρίζεις. Συχνά δεν γίνεται τίποτα. Κάποτε κάτι ελευθερώνεται, κάτι ελάχιστο, παρολ’αυτά αρκετό για να ξεκινήσεις. Καμμιά φορά συμβαίνει να σε κατακλύσει. Επίσης η αναμονή συχνά μοιάζει με άσκηση μνήμης. Είναι σαν να προσπαθείς να θυμηθείς κάτι που ήξερες και το έχεις ξεχάσει. Που ήταν όλη αυτή η νοημοσύνη λίγο πριν; Τι την έφερε εδώ τώρα;

Νομίζω πως αυτό που την έφερε είναι η πίστη σε μια χαμένη υπόθεση. Δεν ξέρω αν θα έρθει, φοβάμαι μήπως δεν έρθει, αλλά πιστεύω πως θα έρθει. Το πιστεύω γιατί είσαι κι εσύ εκεί χωρίς εσένα δεν θα ήταν δυνατόν να βρίσκομαι εδώ «στον ενδιάμεσο χώρο» και να σου απευθύνομαι, παρόλο που δεν μπορείς να με ακούσεις.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό poeticanet στη στήλη 1Χ1 που επιμελείται ο Χρήστος Χρυσόπουλος

%d bloggers like this: