Mina Loy

The Lost Lunar Baedeker
Η ταυτόχρονη κυκλοφορία μιας εκτεταμένης ανθολογίας των ποιημάτων της (“The Lost Lunar Baedeker” edited by Roger Conover, 1996) και της βιογραφίας της (“Becoming Modern, the life of Mina Loy”) από την Carolyn Burke, ξανασύστησε στο κοινό της ποίησης, μια από τις πιο αυθεντικές φωνές του μοντερνισμού η οποία για πολλές δεκαετίες δεν ήταν παρά μια γοητευτική φιγούρα στις  βιογραφίες των πολυάριθμων διάσημων φίλων της όπως η Djuna Barnes, η Gertrude Stein, o William Carlos Williams, οEzra Pound, o Marcel Duchamp, η Marianne Moore. Αναγνωρισμένη ζωγράφος και ποιήτρια με πνευματικές ανησυχίες που την τοποθέτησαν στην πρώτη γραμμή των λογοτεχνικών πειραματισμών της εποχής της, έγραψε επίσης πολιτικά και φεμινιστικά μανιφέστα επηρεασμένα από τον Φουτουρισμό, τον Φρόιντ και τον Μπερξόν, σχεδίασε ρούχα και αντικείμενα και έπαιξε στο θέατρο. Σε όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης ζωής της βρισκόταν σε αέναη κίνηση σωματική, ψυχική και πνευματική. Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα, το πρότυπο του μοντέρνου ανθρώπου (σε αυτή την περίπτωση μία γυναίκα), διέσχισε όλες τις πρωτοπορίες του εικοστού αιώνα, το νταντά, τον φουτουρισμό, τον σουρεαλισμό χωρίς ποτέ να ανήκει σε καμία. Παρόλη την αναγνώριση που εισέπραξε από το περιβάλλον της και την ασυνήθιστη ομορφιά της διαχειρίστηκε το ταλέντο της με μια αμφιθυμία που γεννά αμηχανία στους συγχρόνους της αλλά και τους μελετητές της. Γεννημένη στο τέλος του 19ου αιώνα (1882) σε μια υπερσυντηρητική αγγλική οικογένεια που διέπονταν απο Βικτωριανές αντιλήψεις, αγωνίστηκε σε όλη της τη ζωή να χειραφετηθεί καλλιτεχνικά, ενώ από την άλλη μεριά ένα σκωπτικό πνεύμα και ένα ειλικρινές ενδιαφέρον για την έρευνα και τον πειραματισμό δεν την άφησε ποτέ να προσχωρήσει σε μια ομάδα ή να παρασυρθεί από την προοπτική της επιτυχίας.  Κρατούσε την ίδια ειρωνική στάση απέναντι στους επικριτές αλλά και στους θαυμαστές της και ένα χρόνο πριν φτάσει στη Νέα Υόρκη γράφει στον Carl Van Vechten  (που ήταν τότε ο ατζέντης της):  « Μπορείς σε παρακαλώ να γράψεις για μένα σαν να ήμουν μια κρυμένη ρυτίδα -η μόνη γυναίκα που ήταν τόσο αποφασισμένη να παραμερίσει την εύκολη επιτυχία και τα λοιπά-ανεπηρέαστη από την δύναμη της ομορφιάς της…»
Αμέσως μετά την άφιξή της στη Νέα Υόρκη το 1916, ανακυρήχθηκε πρότυπο της nouvelle femme απο την New York Evening Sun. Μολαταύτα η Mina Loy δεν ήταν εύκολο να γίνει κατατάξιμη ή αποδεκτή. Έχουν προηγηθεί δημοσιεύσεις ποιημάτων της στα πρωτοποριακά περιοδικά Others, Trend, Rogue και CameraWork, όπου δημοσιεύουν οι ποιητές του μοντερνισμού  η Marianne Moore, ο William Carlos Williams, η Amy Lowel, ο Ezra Pound, ο Wallace Stevens.  Η ποίησή της διακρίνεται από μια λεκτική δεξιοτεχνία που ο Pound ονόμασε λογοποιία (logopoia) «……η ποίηση που συγγενεύει μόνο με τη γλώσσα που είναι ένας χορός μεταξύ λέξεων και ιδεών, ανασύσταση ιδεών και χαρακτήρων………..Στην ποίηση της Mina Loy δεν ανιχνεύω κανενός είδους συναισθηματισμό». Το ποιητικό κολλάζ  “Love songs” αποτελείται από 34 μέρη, τα τέσσερα πρώτα του οποίου δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Others (1915) και δημιούργησαν ένα μικρό σκάνδαλο. Πρόκειται για ένα τεχνικά πολύπλοκο και απροκάλυπτα ερωτικό συνθετικό ποίημα που παρουσιάζει τον ρομαντικό έρωτα με απομυθοποιητικό και κυνικό τρόπο. Εδώ η ματιά (eye) και το εγώ (I) είναι θηλυκό και δεν διστάζει να μιλήσει για την ομορφιά και την σκληρότητα του σεξ, ενώ πειραματίζεται με τη στίξη, το μέτρο, το συντακτικό και την τυπογραφία. Στο πρώιμο αυτό έργο η Mina Loy ενσωματώνει την επιρροή που άσκησε επάνω της το κίνημα του φουτουρισμού (ταχύτητα, καθαρότητα, οργή) με το οποίο είχε έρθει σε επαφή στην Ιταλία, ενώ ταυτόχρονα σατιρίζει τις σωβινιστικές απόψεις των φουτουριστών (οι μορφές των δύο άσπονδων συντρόφων και συνιδρυτών του κινήματος με τους οποίους συνδέθηκε ερωτικά, Giovanni Papini και Franco Marinetti εμφανίζονται στα ποιήματά της πότε με τρυφερότητα και πότε με σαρκασμό.) Οι απότομες μεταβάσεις από την λεκτική αφαίρεση στην ισχυρή εικονοποία αντηχούν την ζωγραφική της παιδεία αλλά και την επιρροή του Γάλλου φιλόσοφου Henri Bergson και την θεωρία του για τη συνείδηση ως το ρευστό μέσο μεταξύ διάνοιας και διαίσθησης.
Μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην Φλωρεντία η Mina Loy έχει γεννήσει τρία παιδιά (το ένα εκ των οποίων πέθανε σε ηλικία ενός έτους) και ο γάμος της με τον άγγλο φωτογράφο Steven Haweis έχει καταρρεύσει. Ενώ στην Ευρώπη μαίνεται ο 1ος παγκόσμιος πόλεμος η Νέα Υόρκη είναι το κέντρο της πρωτοπορίας. Στα δάση από ατσάλι και γυαλί γεννιέται το πνεύμα της αμφισβήτησης ενάντια στους καθιερωμένους θεσμούς , η ελευθερία στις σχέσεις των δύο φύλων και ο πειραματισμός στην καλλιτεχνική έκφραση. Η Mina Loy εντάσσεται στους κύκλους των ζωγράφων και ποιητών του Γκρίνουιτς Βίλλατζ. Τον επόμενο χρόνο θα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της, τον γνωστό ως ποιητή-μποξέρ Arthur Cravan στον οποίο θα αναγνωρίσει το πνευματικό, καλλιτεχνικό και συναισθηματικό της αντίστοιχο. Ο Cravan και η Loy παντρεύτηκαν στο Μεξικό αλλά έζησαν μαζί μόνο 20 μήνες, πριν ο Cravan εξαφανιστεί με ένα μικρό σκάφος στον κόλπο της Σαλίνα Κρουζ όπου είχαν καταφύγει για να αποφύγουν την επιστράτευση. Μετά την γέννηση της κόρης τους Fabienne, η Mina Loy τον αναζήτησε επίμονα στο Μεξικό και στην Αμερική χωρίς αποτέλεσμα. Τα επόμενα χρόνια (1923-1936) έζησε στο Παρίσι (μετά από μια σύντομη διαμονή στο Βερολίνο) όπου διακρίθηκε πάλι στους καλλιτεχνικούς κύκλους των Γάλλων και των εκπατρισμένων Αμερικάνων που είχαν πλυμμυρίσει την γαλλική πρωτεύουσα την εποχή του μεσοπολέμου. Σε συνεργασία με την Peggy Guggenheim άνοιξε ένα εργαστήριο όπου σχεδίαζε και κατασκεύαζε φωτιστικά και διακοσμητικά κολλάζ ενώ συνέχισε να εκθέτει τα έργα της σε Ευρώπη και Αμερική. Η ποιητική αλληγορία  “Anglomongrels and the Rose”(1923-1925), είναι μια ποιητική αυτοβιογραφία που αντλεί υλικό από τους γάμους της και την οικογένειά της εκφράζοντας την εξέγερσή της ενάντια στις Βικτωριανές οριοθετήσεις σε ζητήματα φύλου, προσπαθώντας να αρθρώσει μια μοντέρνα ποιητική γλώσσα, όπου χρησιμοποιεί το απόσπασμα, την ειρωνία, τις απότομες μεταβάσεις σε υψηλές και βάρβαρες χρήσεις του λόγου για να δομήσει ένα αποτελεσματικό λεξικό της συνείδησης. (Ο Ezra Pound χαρακτήρισε το έργο αυτό μετά τη δημοσίευσή του στο περιοδικό Little Review, μυθιστόρημα σε ελεύθερο στίχο).
Το πρώτο και μοναδικό βιβλίο με τα ποιήματά της, με τίτλο “Lunar Baedecker” εκδόθηκε το 1923 από το Contact Press. Ο τίτλος αναφέρεται στους δημοφιλείς ταξιδιωτικούς οδηγούς της βικτωριανής εποχής  που έφεραν το όνομα του Karl Baedeker (1801-1859). Το βιβλίο αυτό θα είναι ο ταξιδιωτικός οδηγός και το ταξίδι το ίδιο. Η μοντέρνα οδύσσεια μιας διάνοιας που περιπλανιέται στον χώρο και στο χρόνο εξερευνώντας τα ζητήματα που απασχόλησαν βασανιστικά τους εκφραστές του μοντερνισμού: την ταυτότητα, την θέση και τη δυνατότητα της τέχνης, την αυτονομία του καλλιτέχνη, την χρεωκοπία του μυστικισμού, την αναζήτηση του νοήματος και το μυστήρια των σεξουαλικών σχέσεων. Το βιβλίο καταυγάζεται από το σεληνιακό φως που δίνει ερωτήσεις αντί για απαντήσεις, σύγχυση αντί για καθαρότητα και ασάφεια αντί για ορισμούς. Τα ποιήματα που το αποτελούν είναι πολύπλοκες ηχητικές κατασκευές που διασχίζονται από ζωηρούς αφορισμούς  μορφοποιώντας ένα σχεδόν εξωτικό, συμπαγές όσο και αφηρημένο ιδίωμα που κινείται ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στα ποιήματα είναι είτε ιδιοφυίες-οραματιστές (τέσσερα ποιήματα αναφέρονται στη G. Stein, στον Brancusi, τον James Joyce, τον Wyndham Lewis)  είτε απόβλητοι της κοινωνίας, μέσω των οποίων ασκεί την ειρωνική και οξεία κριτική της. Η ιδιαιτερότητα της ποίησής της και του ακραίου μοντερνισμού της περιγράφεται από τον W. C. Williams με την ευκαιρία της επανέκδοσης του βιβλίου το 1958, σαν καθαρότητα (cleaniness): « Η Mina Loyt ήταν εκ γενετής προικισμένη με μια πρώτης τάξεως ευφυία, αντιμέτωπη με έναν φτηνό κόσμο. Όταν γράφει μια λέξη στο χαρτί είναι καθαρή, κι αυτό αναγκάζει τους συναδέλφους της να τρέξουν μακριά από ντροπή γιατί οι ίδιοι δεν είναι και φοβούνται μην μολυνθούν από την δική της καθαρότητα»
Η ποίηση της Mina Loy χαρακτηρίστηκε δύσκολη. Η ίδια βρέθηκε εκτεθειμένη σε μια πληθώρα γλωσσών και αντλούσε το λεξιλόγιό της από όλες τις πιθανές και απίθανες πηγές. Τα ποιήματα περιέχουν συχνά λέξεις αρχαιοπρεπείς, πολιτικούς και ιατρικούς όρους, που ξένιζαν τους επικριτές της. Πολλοί χαρακτήρισαν τη γλώσσα της κατασκευασμένη, διακοσμητική Δεν καταλάβαιναν ότι έφτιαχνε ένα είδος Δούρειου Ίππου για την εκθεμελίωση ή την σάτιρα των πηγών από τις οποίες αντλούσε τις λέξεις και την έκθεση των μηχανισμών που αυτές οι κατασκευές επευφημούσαν. Ο Ezra Pound έγραφε το1921 ότι οι Mina Loy, Marianne Moore καιW. C. Williams ήταν οι μόνοι που έγραφαν κάτι ενδιαφέρον στην Αμερικάνικη γλώσσσα. Μετά από πέντε χρόνια ( στο περιοδικό The Dial, June 1926) ο διακεκριμένος κριτικός Yvor Winters προέταξε τη Έμιλυ Ντίκινσον σαν τη μοναδική της πρόδρομο. Η Mina Loy αρνήθηκε το παραδοσιακό μέτρο, ρυθμό, σύνταξη και παρουσίασε το σεξ με τον πιο ωμό τρόπο. Έσπασε κάθε κανόνα της τυπωμένης σελίδας, εφηύβρε τη δική της γραμματική, τις δικές της λέξεις, και την δική της στίξη. Οι αναγνώστες της όπως και στην περίπτωση της Emily Dickinson  ανησύχησαν με τον ήχο μιας φωνής ξένης.  Ο αντζέντης της και ο πρώτος της άντρας την παρακαλούσαν να σταματήσει να γράφει για το σεξ, ο Alfred Kreymborg  ένας από τους πρώτους εκδότες της συνόψισε τις αντιρρήσεις του κοινού: «Αφού ντυνόταν σαν κυρία γιατί δεν μπορούσε να γράφει σαν κυρία;» Η Amy Lowel απείλησε να αποσύρει την συμμετοχή της από το περιοδικό Others μετά τη δημοσίευση των “Love songs”.  Το γεγονός της ομορφιάς της σε συνδυασμό με τα πολλαπλά ταλέντα που επέμενε να ασκεί την έκαναν στα μάτια των συγχρόνων της ελαφρώς απαράδεκτη, ίσως και ανισσόροπη. Η ίδια δεν προσπάθησε ποτέ να ξεκαθαρίσει την εικόνα της. Το αντίθετο, γλίστρησε σε μια σειρά από μεταμφιέσεις, καλλιτεχνικές και πνευματικές, παραδόθηκε σε μια ρευστή ταυτότητα που προοιώνιζε τον μεταμοντέρνο κόσμο, έπλασε σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό της με αποσπάσματα όπως τα ποιήματα και τα εικαστικά της έργα. «Ποτέ δεν υπήρξα ποιήτρια», δήλωσε κάποτε. Η άρνηση αυτή θυμίζει την αποχώρηση του Marcel Duchamp που υπήρξε ισόβιος φίλος της, από το καλλιτεχνικό προσκήνιο. Μέσα στις διαρκείς εξαφανίσεις και εμφανίσεις της προσπάθησε να δημιουργήσει έναν αυθεντικό προσωπικό «τόπο», από όπου με ειρωνία, σκληρότητα και απίστευτη αντοχή που γίνεται συμπόνοια, ενσωμάτωσε στο έργο της την πολύπλοκη και περιπετειώδη πνευματική περιπλάνηση στην εποχή της. Η ποίηση δεν ήταν ιδιότητα, πόσο μάλλον καριέρα, αλλά τρόπος ζωής.   Γύρω στα 1920 στο Παρίσι κυκλοφορούσε η φήμη  ότι  η Mina Loy ήταν μια επινόηση, ότι δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. Λέγεται ότι ύστερα από αυτό η Mina Loy εμφανίστηκε στο salon της Natali Barney για να αποδείξει ότι ήταν αληθινή. «Σας διαβεβαιώ πως είμαι στ` αληθεια ζωντανή. Αλλά είναι αναγκαίο να παραμείνω εντελώς άγνωστη… Για να διατηρήσω την ανωνυμία μου, η διακινδύνευση που διάλεξα ήταν: ποιήτρια.». To 1936 ξαναγύρισε στη Νέα Υόρκη και έμεινε αρχικά με τη Fabienne στο Lower Manhattan και έπειτα μόνη της στο Bowery. Η Mina Loy συνδέθηκε στενά με τους κατοίκους αυτής της υποβαθμισμένης περιοχής, τους άστεγους, τους αλήτες, τους αλκοολικούς. Έγραψε γι’ αυτούς ποιήματα (περιέχονται στην ενότητα «Compensations on Poverty») και δημιούργησε μια σειρά κατασκευών – κολάζ, με θέμα τη ζωή τους, από σκουπίδια που μάζευε στους δρόμους του Bowery.  Tο 1959, με επιμέλεια του  Marcel Duchamp, τα έργα αυτά παρουσιάστηκαν σε μια έκθεση στην Bodley Gallery στη Νέα Υόρκη. H Mina Loy δεν παραβρέθηκε στα εγκαίνια. Το 1966, σε ηλικία 84 ετών  πέθανε στο Κολοράντο, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια με τις κόρες της.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποίηση, τεύχος 30

Advertisements
%d bloggers like this: