Σύγχυση

Τα τελευταία χρόνια δεν αγαπώ πολύ το καλοκαίρι. Με ενοχλεί η κατάλυση της συγκρότησης που το συνοδεύει, η έλλειψη συγκέντρωσης, η υστερική αναζήτηση της διασκέδασης και του ξεφαντώματος όπως προβάλλεται και επιβάλλεται. Όταν η δουλειά σου εξαρτάται κυρίως από τη δική σου αυτοπειθαρχία κάνεις αγώνα διπλό να ανταποκριθείς, να διατηρήσεις τις εύθραυστες δομές που με τόσο κόπο έχεις στήσει.
Όσο κι αν αντιστέκομαι έρχεται η στιγμή που νικιέμαι, αφήνομαι, παραδίνω τα όπλα, είμαι χαζή και άβουλη, δεν αναγνωρίζω καμία από τις δραστηριότητές μου ως σημαντική (κάτι που είναι μάλλον κοντά στην αλήθεια). Ένα ατελείωτο απόγευμα Κυριακής που ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις, είχα χρόνο, βιβλία και όρεξη να γράψω, εξελίχθηκε στο να  κάθομαι με τις ώρες στον καναπέ, έχοντας εξομοιωθεί με τη γάτα μου (χωρίς να διαθέτω τη δική της ανεμελιά). Εκεί λίγο πριν πέσει το σκοτάδι και αφού είχα παραδοθεί πλέον στη βεβαιότητα ότι δεν θα έκανα τίποτα, επανήλθε μια από εκείνες τις παιδικές αισθήσεις που χωρίς να τις προσκαλέσεις ξεμυτίζουν σπάνια σαν ντροπαλά ζώα. Η αίσθηση ότι το καλοκαίρι διανοίγει την ελπίδα μιας κρυψώνας. Ότι είναι δυνατόν να ξεγλιστρήσεις από την κανονικότητα, από το χώρο αλλά και τον χρόνο, σα να κλείνει η μέρα αλλά να μένει ένα υπόλοιπο, μια υπερχείλιση που θα μπορούσες να την υποκλέψεις. Όχι για να κάνεις διάλειμμα, αλλά για να κάνεις επιτέλους κάτι εντελώς δικό σου, να αφοσιωθείς κρυφά σε ένα μυστικό. Το poetrybox ανοίγει με την προσδοκία και την ευχή μιας τέτοιας κρυψώνας.
Το καλοκαίρι υποσκάπτει τον αστικό ρυθμό που μας έχει επιβληθεί, ροκανίζει το μυαλό των εργασιομανών και απίστευτα ενοχικών με το χρόνο φίλων μου (του εαυτού μου μη εξαιρούμενου), μπλοκάρει με χίλιους τρόπους το σύνδρομο του «πάθους του αποτελέσματος» και μας εκθέτει αβοήθητους στο μπέρδεμα, την αμηχανία και τη σύγχυση. Μια πτώση στο χρόνο όχι σαν δοξασμένη παύση που πρέπει να γεμίσει με ταξίδια, απολαύσεις και διασκέδαση αλλά η λύση της συνέχειας, το δηλητήριο του ακατανόητου. Μα αυτό είναι εξαιρετικό. Τι γκρινιάζουμε, ας αφεθούμε σε αυτό με εμπιστοσύνη. Αυτή τη λέξη, σύγχυση (bewilderment)* προτάσσει η σύγχρονη Αμερικανίδα ποιήτρια  Fanny Howe ως τίτλο στο ποιητικό της δοκίμιο* και την υπερασπίζεται σαν εκδοχή στρατηγικής για την ποιητική δημιουργία αλλά και τη ζωή.
«Μια λέξη που συνδέεται με την παιδικότητα, την τρέλα, την ηλιθιότητα, την αποτυχία, που δείχνει όχι μόνον πως να χαθείς αλλά και πως είναι να χαθείς ανεπιστρεπτί, μια λέξη που είναι από την άλλη μεριά πολύ σημαντικός όρος σε πολλές μυστικές παραδόσεις».
Στα αγγλικά ο όρος εμπεριέχει στη σημασία του και την γοήτευση, το πλάνεμα, τη μαγεία, που ακολουθεί την απόλυτη κατάρρευση κάθε αναφοράς. Η Fanny Howe λέει πως μέσω αυτού του όρου είναι δυνατόν να βρεθεί  μια στάση ζωής- μια ουσιαστική προσέγγιση, ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αξεδιάλυτο.
Δημιουργικά, υπερασπίζεται την κυκλικότητα, την έλλειψη αιτίασης, την σπειροειδή ή λαβυρινθώδη ανάπτυξη, την ανασφάλεια του ονείρου. Όταν είσαι χαμένος δεν είσαι στο πουθενά, είσαι στο οπουδήποτε. Με ένα τρόπο αυτό το οπουδήποτε να το εμπιστευθείς και να το κατοικήσεις με πνευματική διαύγεια. Και τελειώνει:
«Η πολιτική της σύγχυσης ανήκει μονάχα σε εκείνους που διαθέτουν μικρή ή ανύπαρκτη πρόσβαση στο ευρύ κοινό ή σε δομές εξουσίας. Προϋποθέτει να κυκλώνεις τα γεγονότα, να εξετάζεις το πρόβλημα από ποικίλες κατευθύνσεις, να αποκαλύπτεις τις αδυναμίες από τη βάση προς την κορυφή, τις συνομωσίες, τις φενάκες, τις κατασκευές,
την ψεύτικη ρητορική. Η πολιτική της σύγχυσης κινείται ενάντια στο μύθο ή την προσήλωση σε ιδέες , τις απόλυτες συνδέσεις και την τεκμηρίωση. Είναι μια πολιτική αφοσιωμένη στο μικρό και το αδύναμο. Μοιάζει με τη χλόη, στο ότι σαν τη χλόη  λυγίζει και ξανασηκώνεται όταν κάποιος πατήσει πάνω της. Δεν θα βγει από τη μέση, αλλά θα συνεχίσει να ρωτάει εκνευριστικά ερωτήματα για τα οποία ξέρει ήδη όλες τις απαντήσεις.
Έτσι κι αλλιώς η τέχνη , όπως και ο πόλεμος, δείχνει στους ανθρώπους πως η ζωή αξίζει τον κόπο, αποκαλύπτοντας τη μηδαμινή της αξία.»

 

* Bewilder: to cause to lose one’s sense of where one is
*Fanny Howe, “The wedding dress
Meditations on word and life”
University of California Press

* Tο ποιητικό δοκίμιο  “Catholic” από το ίδιο βιβλίο υπάρχει στο καινούριο τεύχος του περιοδικού Ποίηση, σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου

(περιοδικό happyfew.gr, στήλη poetrybox)

%d bloggers like this: