Σκόρπιες σκέψεις για το «Άσυλο»

Από την  αρχή συνέλαβα το βιβλίο σαν ένα πολυφωνικό έργο. Τα πρόσωπα που μιλούν είναι διαφορετικά ή αποτελούν μεταμορφώσεις ενός προσώπου. Αρκετά γρήγορα το βιβλίο σχηματίστηκε στο μυαλό μου σαν ένας οίκος, ένα Άσυλο που θα μπορούσε να φιλοξενήσει, να υποδεχτεί και να αντηχήσει αυτές τις φωνές. Βέβαια ο οίκος δεν προϋπάρχει τον δημιουργούν οι φωνές. Ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα που συμβαίνουν με την ποίηση (την τέχνη) είναι ότι δημιουργεί περισσότερο ζωτικό χώρο. Για όλους μας εννοώ. Χώρο για να μιλήσεις, να σταθείς, να ερευνήσεις. Χώρο που δεν ήταν πριν εδώ, η ποίηση λοιπόν συμβαίνει καθ’οδόν και με πρόθεση. Ξεκινάω με τις λέξεις μου να στήσω ένα παιχνίδι, να συναντήσω και να κατασκευάσω έναν τόπο. Αυτόν λοιπόν τον πιο αφηρημένο τόπο και την δυνατότητά του υποδηλώνει το Άσυλο.  Αργότερα φαντάστηκα το έργο σαν ένα είδος ηχητικής εγκατάστασης και μου έγινε αναγκαία η κατασκευή μιας υπερδομής που σχολιάζει, ενορχηστρώνει αλλά και μουτζουρώνει την όποια αυτοτέλεια και καθαρότητα των φωνών. Γι’αυτό και οι σκηνοθετικές οδηγίες για το ηχητικό τοπίο, που επιτελούν έναν ρόλο χαλαρής δραματουργίας, ενοποιούν και προτείνουν έναν εξωτερικό ρυθμό στην ανάγνωση.  Συγκέντρωσα τους ήχους που μας περιβάλλουν σε ένα αστικό τοπίο, τους οικιακούς ήχους αλλά και τους ήχους των διάφορων ηλεκτρονικών συσκευών και τους εξωτερικούς ήχους της πόλης. Η ποίηση είναι μια ακόμη ηχητική πηγή, μέσα στις άλλες, ούτε πιο ψηλά ούτε πιο χαμηλά, κάποτε χάνεται, κάποτε διακρίνεται μέσα από παράσιτα, ανάμεσα σε ένα γαύγισμα και μια κόρνα. Φυσικά έχω στο μυαλό μου την δεύτερη χρήση της λέξης, το Άσυλο φρενοβλαβών, αυτά τα πρόσωπα είναι μυθικά και όλα τα πρόσωπα των μύθων είναι για το τρελλοκομείο. Πιστεύω στην μυθοποιητική δύναμη της τέχνης αφού δεν μας συνέχουν πια κοινοί μύθοι, (ο μύθος προυποθέτει συλλογικότητα και απουσία συλλογικότητας η τέχνη είναι ο μόνος τόπος επαναδιαπραγμάτευσης του μυθικού υλικού.
Το γεγονός ότι η γλώσσα μας ξεγελά προσποιούμενη ότι εκπληρώνει μια υπόσχεση που μένει πάντα ανεκπλήρωτη το ξέρουν όλοι οι ποιητές. Το ποίημα δεν λέει ποτέ κάτι οριστικά απλώς ανεβάζει τα πράγματα προσωρινά από την αφάνεια στην υλικότητα της πράξης μας, είτε αυτή είναι η γραφή είτε η ανάγνωση με την ευρεία έννοια. Κι αν η  ποίηση μοιάζει με μια περιπέτεια μέσα σε ένα κόσμο που οι μορφές εξαφανίζονται τη στιγμή που απλώνεις το χέρι σου να τις αγγίξεις δεν είναι γιατί δεν υπάρχουν αλλά γιατί είναι χωριστά από σένα. Κανείς δεν μπορεί να εισχωρήσει στην ποίηση αν δεν αναγνωρίσει τη συνθήκη της αδιαμεσολάβητης απόστασης. Κατά περίεργο τρόπο όμως στην ποίηση πάλι η  αποδοχή του διαχωρισμού, γίνεται ιλιγγιώδης γειτνίαση.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: