Κωσταντίνος Ματσούκας | Ημερολόγια Χρήσης

Κωσταντίνος Ματσούκας
Ημερολόγια Χρήσης, εκδόσεις Μελάνι, 2007

Γνώρισα τον Κωσταντίνο μέσα σε ένα δωμάτιο με πολύ κόσμο. Ίσως θα έπρεπε να πω ανα-γνώρισα γιατί χωρίς να μας συστήσει κανείς κοιταχτήκαμε και αρχίσαμε αμέσως να μιλάμε. Η σχέση μας και η φιλία μας αναπτύχθηκε πάνω στο έδαφος μιας κοινής μανίας. Της μανίας για τη λογοτεχνία.
Ο μανιώδης αναγνώστης και ο συγγραφέας ανακαλύπτει συχνά πως είναι ένα περιπλανώμενο φάντασμα, πως η λογοτεχνία γίνεται η ζωή του και η ζωή του υλικό της λογοτεχνίας. Ανακαλύπτει πόσο πολύ υπερβολική αγωνία για το Τίποτα, όπως λέει ο Πέσσόα, κρύβει η λογοτεχνία. Αλλά επιμένει γιατί η λογοτεχνία του δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσει  τη ζωή, είναι αυτή η επίμονη αναζήτηση της πραγματικής ζωής σε πείσμα του συγκαλυμένου ψέμματος που ζούμε στην καθημερινότητα. Είναι δέσμιος της ηδονής και της οδύνης που του αποκαλύπτεται από την πολλαπλότητα αυτών των κόσμων.
Όταν διάβασα το βιβλίο του Κωνσταντίνου με κατέκλυσε ένα αίσθημα αυθόρμητης έλξης και μια παράδοξης συγγένειας που δεν με άφησε να το παρατήσω πριν το τελειώσω, παρόλη την πυκνότητά του. Κατάλαβα αργότερα πως η χρήση είναι μόνον το όχημα ίσως το πρόσχημα της δράσης και πως το βιβλίο όπως το είδα εγώ, είναι μια  σπαρακτική μεταφορά για την ενηλικίωση, δηλαδή για την παραίτηση από το απόλυτο, που είναι απαραίτητη για να ζήσεις. Το βιβλίο έχει σαν θέμα την αρρώστια της νιότης, τον πειρασμό να σπαταληθείς χωρίς σκοπό, το όνειρο του καθαρού βιώματος. Ο αφηγητής προσκολλάται στην πρέζα γιατί του διασφαλίζει την παραμονή του σε ένα τόπο που το απόλυτο επισκέπτεται συχνά πυκνά (πολλές φορές φορώντας τη μάσκα του θανάτου), όπου το καθαρό βίωμα είναι μια ελεγχόμενη δυνατότητα. Η μανιώδης πείνα για αυτή την ουτοπία, αποτελεί μια ιεροσυλία για την οποία γίνεται σύντομα ενήμερος.
Ο ιερόσυλος τιμωρείται από την σταδιακή του εξαχρείωση, όχι μόνον τη σωματική, αλλά από την απώλεια εκείνου ακριβώς του πράγματος που τον θάμπωνε αλλά δεν γίνεται ποτέ να κατακτηθεί. Εκείνο που είναι θαυμάσιο είναι εκείνο που δεν κατέχεις, γιατί είναι στη φύση του να μην δέχεται κατοχή. Η ιεροσυλία είναι η πραγμάτωση της επιθυμίας που τον αφήνει κενό από επιθυμία. Από εκεί και πέρα ο αφηγητής είναι ο ανταποκριτής της απώλειας, πράγμα με το οποίο καταγίνεται με σκέψεις εξαιρετικής νηφαλιότητας, ακρίβειας και κρυστάλλινης καθαρότητας.
Εδώ υπάρχει η μεγάλη αντίφαση του βιβλίου και το στοίχημα της γοητείας του. Επειδή ο αφηγητής είναι συγγραφέας, μέσα στο βιβλίο υπάρχουν δύο χρόνοι που εξελίσσονται παράλληλα και σχεδόν ταυτόχρονα. Η δράση (η μανία, το μαγγανοπήγαδο του εθισμού, οι καταρρακωμένες σχέσεις, στις οποίες βρίσκουν πάντως θέση το χιούμορ ακόμα και η τρυφερότητα) και η ενατένιση της δράσης. Στο δεύτερο αυτό χρόνο συμβαίνει το βιβλίο και πραγματώνεται η ύπαρξη του αφηγητή. Αποσπασματική, αποδομημένη, απελπισμένη ή νηφάλια, συγκροτείται, διαλύεται και ανασυγκροτείται διαρκώς μέσα από μια αέναη διερώτηση για το νόημα, την ταυτότητα, το χρόνο.
Αυτοί οι δύο χρόνοι επιτρέπουν και τη μορφολογική πολυτροπία του βιβλίου. Οι ημερολογιακές εγγραφές εκτροχιάζονται μιας και η γραμμικότητα έχει καταλυθεί και το ύφος μεταπηδάει από την σκληρή ρεαλιστική πρόζα, στον διεισδυτικό αποσπασματικό και συχνά ποιητικό στοχασμό. Στο βιβλίο εντάσσονται ακόμα εγγραφές από άλλα κείμενα, μισοτελειωμένα γράμματα, ποιήματα,  που συντελούν στον ιδιότυπο χαρακτήρα του.
Ο αφηγητής ταξιδεύει στα όρια, συναντά το διπλό εαυτό του αυτόν για τον οποίο μιλά σε τρίτο πρόσωπο. Αυτόν τον εαυτό που ξέρεις και δεν ξέρεις. Τον αδελφό που φορά μάσκα το δικό σου πρόσωπο και σε υποβάλλει στην εμπειρία της παραμόρφωσης του προσώπου αυτού.
Μέσα από την απομόνωση και την ευφορία της πρέζας αντικρύζει τα απέραντα τοπία μιας συνείδησης που συναντά παντού το δικό της βλέμμα να την περιεργάζεται. Ο αφηγητής φρικιά και σαγηνεύεται από αυτό το θέαμα, την ανελέητη έκθεσή του στην εξωτερικότητα. Θυσιάζει τον εαυτό του ξανά και ξανά για μια στιγμή τέτοιας συμπύκνωσης.
Η πρέζα τον πετάει έξω από τον κόσμο της σύμβασης και τη ροή της καθημερινής ζωής, του χαρίζει μια προνομιακή γνώση της εκμηδένισης του εγώ, της έλλειψης, της απουσίας και της οδύνης. Αμέτοχος, «περιπλανώμενο φάντασμα», υπνοβάτης στη δουλειά του και στις σχέσεις του δεν κάνει άλλο από το να επεξεργάζεται αυτό το υλικό με λέξεις. Λέξεις που είναι σχεδίες, επίδεσμοι και νυστέρια, εργαλεία και χάδια, φακοί και φόρμα εργασίας, απορημένα ζώα και άγγελοι.
«Ανίατη ψυχική μόλυνση από τον ιό της γραφής, δηλαδή της απουσίας», αποφαίνεται ο Ματσούκας  σχετικά με το γράψιμο σε έναν από τα πολλούς αφορισμούς-ορισμούς που υπάρχουν στο βιβλίο. Οι λέξεις τον εκπαιδεύουν στην απουσία καλύτερα από τη χαρμάνα γιατί το πρόβλημα ίσως να μην είναι η πρέζα αλλά η ίδια η ζωή, το αφόρητο και κωμικό βάσανο της ύπαρξης, η ναυτία της υποχρεωτικής πλοήγησης στον αχανή ορίζοντα μιας ακόμα μέρας που ανατέλλει. Πλοήγησης που ο αφηγητής ασκεί με μεγάλο σκεπτικισμό. «Δεν υπάρχει ορίζοντας πιο μακριά Απ’την ραφή που ενώνει τη θάλασσα με τη στεριά, Γι’αυτόν που πνίγεται, Γι’αυτόν που πνίγεται», γράφει κάπου αλλού.
Μέσα στο θολό και συχνά απροσπέλαστο τοπίο που είναι το παρελθόν, το οποίο ζητά επίμονα να επινοηθεί και το παρόν της ψυχής που τα θέλει όλα και τα θέλει τώρα, υπάρχει ένα καθαρό δύσκολο ξέφωτο που ο αφηγητής το διεκδικεί  ακόμα και μέσα από το πηγάδι της εκμηδένισης. Υπάρχει ένας τόπος που πρέπει να ξεχερσωθεί προσεκτικά. 
 Ο τόπος της γραφής, ο τόπος όπου οι λέξεις θα αφήσουν το ίχνος τους. Το ίχνος είναι το θεμέλιο μιας μη οριστικής μορφής που θα μάθει να ονομάζει εαυτό.

Κατερίνα Ηλιοπούλου

 

(διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση)

Advertisements
%d bloggers like this: