«Σας γράφω από ένα τόπο μακρινό……»

Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι με το γράψιμο επιχειρεί κανείς να διατηρήσει τη διάφανη ρευστότητα του κόσμου των ονείρων, την αιχμηρή και γενναία τους καθαρότητα. Καθώς κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, όσο γράφεις τόσο κυριεύεσαι από την έλλειψη ενός πράγματος που ήταν κάποτε, κάπου δικό σου. Δεν είναι κάτι που δεν κατέχεις, αλλά κάτι που σου έχει με κάποιο τρόπο αποσπασθεί. Εκεί έγκειται και η οδύνη. Ωστόσο αν βυθιστείς στην οδύνη δεν πρόκειται να γράψεις ποτέ. Αντίθετα, την έλλειψη πρέπει να αγκαλιάσεις. Αυτός που γράφει έχει σαν κέντρο αυτή την έλλειψη, αυτή την «άπειρη δίψα»
«Να αγαπάμε την ίδια την έλλειψη αγάπης και στην ξηρασία μας να αγαπάμε το υπόγειο νερό, το σιωπηρό φιλί και την άπειρη δίψα» (Carlos Drummond de Andrade, μτφ. Ανδρέας Παγουλάτος, περιοδικό Νέα Συντέλεια)
Η ποίηση είναι μια περιπέτεια μέσα σε ένα κόσμο που οι μορφές εξαφανίζονται τη στιγμή που απλώνεις το χέρι σου να τις αγγίξεις. Όχι γιατί δεν υπάρχουν αλλά γιατί είναι χωριστά από σένα. Κανείς δεν μπορεί να εισχωρήσει στην ποίηση αν δεν αναγνωρίσει τη συνθήκη της αδιαμεσολάβητης απόστασης. Η ποίηση μιλάει για την απόσταση, γιατί μόνον αυτή φέρνει τα πράγματα στο φως του πραγματικού. Ένας πολύ αγαπημένος μου ποιητής, ο Ανρί Μισώ, ονομάζει μία ενότητα ποιημάτων του «Σας γράφω από ένα τόπο μακρινό». Το πρόσωπο που μιλάει περιγράφει τις συνθήκες και τον χαρακτήρα αυτού του τόπου, με ένα τρόπο που τον καθιστά εντελώς ανοίκειο. Είναι ο ανταποκριτής της απουσίας και όχι της παρουσίας των πραγμάτων. Δεν μιλάει για τον ίδιο τον τόπο, αλλά για την «μακρινότητα»
Πολλές φορές στο ξύπνημα, αισθάνεται κανείς προδομένος, εξορισμένος από την εισβολή του πραγματικού κόσμου, ζαλισμένος από την πτώση μέσα στον διαχωρισμό. Στην ποίηση η αποδοχή του διαχωρισμού, γίνεται ιλιγγιώδης γειτνίαση.
Και κάποια μέρα πολύ σπάνια, ξυπνάς και έχεις αναίτια σκαρφαλώσει όλους τους αναβαθμούς των αισθήσεών σου, ξαφνικά τα φτερά των πουλιών είναι λάμες που σχίζουν τον αέρα, το γρασίδι μιλάει με τις χίλιες του γλώσσες, οι πόρτες του λεωφορείου βρυχούνται, το πλήθος κινείται με το ρυθμό ενός γιγάντιου θηρίου, τα αυτιά σου βουίζουν και σκέφτεσαι αυτό είναι, αυτό, το νιώθεις στα δόντια σου θέλεις να το σπάσεις, αυτό το κρυστάλλινο πράγμα.

 

(περιοδικό happyfew.gr, στήλη poetrybox)

%d bloggers like this: